Pin It

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Χρονολόγιον αρχαίας Ελληνικής και Ρωμαϊκής ιστορίας
από τους Προϊστορικούς χρόνους
έως τα εγκαίνια της Κωνσταντινουπόλεως
(40.000 π.χ. ~ 330 μ.χ.)

ΡΩΜΑΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Ε – ΡΩΜΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (αρχαιότητα)

(146 π.Χ.-330 μ.Χ.)

Η Ελλάδα στην Ρωμαϊκή περίοδο

01 5 romaikoi xronoiΣτα τέλη της 1ης χιλιετίας π.Χ. και στις αρχές της 1ης χιλιετίας μ. Χ. η Ρώμη κυριάρχησε πολιτικά στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που εκτεινόταν σε 3 ηπείρους την Ευρώπη, την Αφρική, και την Ασία και ήταν ένα πολύμορφο μωσαϊκό παραδόσεων, κοσμοθεωριών, δομών και πεποιθήσεων που όλα λειτουργούσαν υπό το διοικητικό σύστημα οργάνωσης της Ρώμης. Ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε από τις ζυμώσεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των πηγών πολιτισμού θεμελιωνόταν στα διπλά θεμέλια της Ελλάδας και της Ρώμης, γι αυτό και ονομάζεται ελληνορωμαϊκός πολιτισμός. Ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός είναι μια από τις βασικότερες πολιτισμικές μήτρες της σύγχρονης Ευρώπης. Για τον Ελληνικό χώρο η ρωμαϊκή εποχή αρχίζει συμβατικά με την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ. και λήγει το 330 μ.Χ. όταν η πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους μεταφέρεται από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη ύστερα από πρωτοβουλία του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ιδρυτή της μεσαιωνικής Ελληνικής αυτοκρατορίας, γνωστής ως βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Υποταγή της Αθήνας στους Ρωμαίους

02  puli tou adrinouΗ πύλη του Αδριανού.

Το 146 π.Χ. η Αθήνα μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Οι κατακτητές δείχνουν σεβασμό στα ιερά της Αθήνας και δίνουν κάποια αυτονομία στην πόλη. Έτσι, ενώ η υπόλοιπη Ελλάδα πέφτει σε παρακμή, η Αθήνα γνωρίζει περίοδο ευημερίας και ακμής.

Το 87 π.Χ. η Αθήνα επαναστατεί εναντίον της Ρώμης για να αποκτήσει την ελευθερία της. Τότε έρχεται εναντίον της ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας και ύστερα από μακρόχρονη πολιορκία μπαίνει με έφοδο στην πόλη. Ακολουθεί ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή της Αθήνας και λεηλασία της Ακρόπολης. Από τότε η Αθήνα χάνει κάθε αυτονομία και ελευθερία.

Ακμή γνωρίζει η Αθήνα μόνο κατά την εποχή του Αδριανού (117 - 138 μ.Χ.). Τρεις φορές επισκέφτηκε την πόλη ο Ρωμαίος αυτός αυτοκράτορας, γιατί θαύμαζε τον κλασικό πολιτισμό της. Τα φιλικά του αισθήματα για τη λαμπρή πόλη της Αθήνας τα έδειξε με τα πολλά έργα που φρόντισε να γίνουν σ' αυτήν. Ίδρυσε σχολεία και οικοδόμησε πολλά δημόσια κτίρια. Αποπεράτωσε το ναό του Ολυμπίου Δία, του οποίου η οικοδόμηση κράτησε, με ορισμένα διαλείμματα, έξι ολόκληρους αιώνες. Κατασκεύασε υδραγωγείο και έχτισε βιβλιοθήκη. Έχτισε ακόμα την ανατολική πύλη της πόλης κοντά στο ναό του Ολυμπίου Δία, η οποία σώζεται ακόμα και θυμίζει τον ευεργέτη της Αθήνας, την περίφημη Πύλη του Αδριανού.

03 irodis 0 atikosΗρώδης ο Αττικός.

Στα χρόνια του Αδριανού έζησε στην Αθήνα ένας πλούσιος Αθηναίος, ο Ηρώδης ο Αττικός, που αναδείχτηκε μεγάλος ευεργέτης της πόλης χτίζοντας δημόσια ιδρύματα, το Παναθηναϊκό στάδιο και το Ωδείο στους πρόποδες της Ακρόπολης.

Πνευματική ακμή γνώρισε η Αθήνα στα χρόνια των Αντωνίνων (130 - 180 μ.Χ.). Η Αθήνα έγινε το πνευματικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου και ήταν περίφημη για το πανεπιστήμιό της. Τον 3ο αι. μ.Χ. οι Γότθοι, που από τα βόρεια σύνορα μπήκαν στο Ρωμαϊκό κράτος, έφτασαν μέχρι την Αθήνα. Το 268 μ.Χ. αποβιβάστηκαν ξαφνικά στον Πειραιά. Οι Αθηναίοι όμως δε χάνουν την ψυχραιμία τους. Ο ιστορικός συγγραφέας Δέξιππος τους ενθαρρύνει και τους ενθουσιάζει με τους λόγους του και οι Αθηναίοι νικούν στην Κηφισιά τους βάρβαρους επιδρομείς.

 

Η Θεσσαλονίκη στην περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

04 apsidaΗ αψίδα του Γαλερίου στην Θεσσαλονίκη.

Στην ρωμαϊκή περίοδο η Θεσσαλονίκη εξελίχθηκε σε ακμαία πόλη, για να γίνει γρήγορα πρωτεύουσα ρωμαϊκής επαρχίας. Μετά την ήττα του τελευταίου Μακεδόνα βασιλιά Περσέα από τους Ρωμαίους στην Πύδνα (168 π.Χ.) και την ίδια τύχη του Ανδρίσκου (148 π.Χ.), η Μακεδονία περιήλθε ολοκληρωτικά στους Ρωμαίους.

Όλη τότε η περιοχή της Μακεδονίας χωρίστηκε σε 4 τμήματα και η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα του "δεύτερου" τμήματος της Μακεδονίας για χρονικό διάστημα 20 χρόνων. Μετά το 148 π.Χ. οι 4 επαρχίες της Μακεδονίας ενοποιήθηκαν σε μία, για να δημιουργηθεί η επαρχία της Μακεδονίας με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Στην επαρχία αυτή συμπεριλήφθηκε σε λίγο και η νότια Ελλάδα, για να ισχύσει αυτό το καθεστώς 120 χρόνια, ως την εποχή τουΑυγούστου (27 π.Χ.), οπότε αποσπάστηκε η νότια Ελλάδα και δημιουργήθηκε από αυτήν η επαρχία Αχαϊας.

Η μεγαλύτερη ακμή της Θεσσαλονίκης στη Ρωμαϊκή περίοδο σημειώνεται στα χρόνια του Καίσαρα Γαλέριου. Ο Γαλέριος όταν έγινε κυβερνήτης ολόκληρης της Βαλκανικής, του "Ιλλυρικού", όπως ονομαζόταν τότε, έκανε τη Θεσσαλονίκη έδρα της εξουσίας του (αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα). Στην πόλη κατασκευάστηκαν επιβλητικά ανάκτορα και μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα από δημόσια κτίρια. Μερικά από τα κτίρια αυτά, που ολόκληρα ή τμήματά τους διασώθηκαν ως τις μέρες μας (Ροτόντα, Ανάκτορα, Θριαμβική Αψίδα Γαλερίου, Αρχαία Αγορά κ.ά.) δείχνουν το μέγεθος της μεγαλοπρέπειας που επικρατούσε την περίοδο αυτή στη Θεσσαλονίκη.

Στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα τοποθετείται χρονικά και ο μαρτυρικός θάνατος του προστάτη και πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου και του φίλου του Νέστορα. Από τότε, η Θεσσαλονίκη έγινε το κέντρο της λατρείας του Αγίου Δημητρίου σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο. Ο "μυροβλήτης" Άγιος Δημήτριος συνδέθηκε άρρηκτα με την τύχη της πόλης και η παράδοση αναφέρει πολλές περιπτώσεις σωτήριας επέμβασής του για να σωθεί η πόλη από τις επιδρομές των βαρβάρων.

Ίδρυση της Νικόπολης

04 odeioΡωμαϊκό ωδείο στην Νικόπολη. (Πρέβεζα).

Η Νικόπολη στη χερσόνησο της σημερινής Πρέβεζας, συνοικίσθηκε από τους κατοίκους των Ηπειρωτικών και Ακαρνανικών πόλεων Με την ίδρυση της Νικόπολης από τον Αύγουστο, στην πόλη μεταφέρονται κάτοικοι από μια μεγάλη ακτίνα της περιοχής, επιτείνοντας ακόμα περισσότερο την ερήμωση της υπαίθρου. Κατά τη διανομή των επαρχιών που πραγματοποιεί ο Αύγουστος το 27 π.Χ., η παλαιά Ήπειρος διχοτομείται: το βόρειο τμήμα είναι προσαρτημένο στην επαρχία Μακεδονίας, η οποία διαθέτει εκτεταμένο άνοιγμα προς το Αδριατικό Πέλαγος με τους λιμένες του Δυρραχίου και της Απολλωνίας, ενώ το νότιο τμήμα υπάγεται στην επαρχία της Αχαΐας. Από το 396 μ.Χ. στην Ήπειρο σημειώθηκαν διαδοχικές εισβολές γερμανικών φυλών, Ούννων, Οστρογότθων, Βουλγάρων, Σλάβων που εγκαθίστανται και Σαρακηνών. Το 1059 πραγματοποιείται νέα εισβολή Σλάβων - Νορμανδών και επαναστάσεις.

Η ναυμαχία του Ακτίου

05 naumaxiaΙδιαίτερο ιστορικό γεγονός της περιοχής υπήρξε η ναυμαχία του Ακτίου που έλαβε χώρα στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ Πρέβεζας και Αιτωλοακαρνανίας κατά τη Ρωμαϊκή εποχή και συγκεκριμένα το Σεπτέμβριο του 31 π.Χ. Εκεί συγκρούστηκαν ο Οκτάβιος της Ρώμης με το στόλο του εναντίον του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας που ήταν βασίλισσα της Αιγύπτου. Το δραματικό τέλος της ναυμαχίας αυτής ήταν να καταστραφεί ο στόλος της Κλεοπάτρας και να μείνει μόνος νικητής ο Οκτάβιος. Για το θρίαμβο του αυτό ο Οκτάβιος έλαβε από τη Ρώμη τον τίτλο του Αυγούστου.

Ρωμαϊκή περίοδος της Αμβρακίας

06 ambrakiaΤο έτος 167 πΧ η Αμβρακία κατελήφθη από τους Ρωμαίους του Αιμίλιου Παύλου ύστερα από σθεναρή αντίστασή της. Στο Μουσείο της Άρτας εκτίθενται λίθινα βλήματα από ρωμαϊκούς καταπέλτες. Οι Ρωμαίοι την απογύμνωσαν από όλα της τα καλλιτεχνήματα, αργότερα δε (μετά το -31 π.Χ.) την ερήμωσαν και από τον πληθυσμό της, που τον εγκατέστησαν διά της βίας στη γειτονική Αρχαία Νικόπολη μετά τη Ναυμαχία του Ακτίου με διαταγή του Οκταβιανού. Στην Αμβρακία έμεινε μικρός αριθμός κατοίκων. Από την Αμβρακία διασώθηκαν ελάχιστα μνημεία, αρκετά όμως έργα τέχνης. Μετά την καταστροφή της Νικόπολης, ξαναχτίζεται η σημερινή Άρτα.


Βοιωτία

07 akraifnioΗ ακρόπολη της αρχαίας Ακραιφνίας. (Βοιωτία)

Μετά τη συντριπτική ήττα των Ελλήνων της αχαϊκής συμπολιτείας το 146 π. Χ. στη Λευκόπετρα της Κορινθίας από το ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Μόμμιο, όλη η Ν. Ελλάδα πέρασε στη ρωμαϊκή κυριαρχία. Επομένως και η Βοιωτία με την πρωτεύουσα πόλη της, τη Θήβα. Το Κοινό των Βοιωτών διαλύθηκε, οι φιλορωμαίοι ολιγαρχικοί επανήλθαν και η πόλη κλήθηκε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις. Λιγότερο από ένα αιώνα αργότερα (86 π.Χ.) η Θήβα θα τιμωρηθεί και πάλι από έναν άλλο ρωμαίο στρατηγό, τον Σύλλα, γιατί είχε την ατυχία να συνταχθεί με το μέρος του Μιθριδάτη. Οι καλλιτεχνικοί της θησαυροί συλήθηκαν και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, ενώ το ήμισυ των εδαφών της χορηγήθηκε στο Μαντείο των Δελφών. Νέα ατυχία έπληξε την πόλη το 48 π.Χ. όταν συμπαρατάχθηκε στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας πάλι με τον χαμένο του νέου ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου, τον Πομπήιο. Έκτοτε η πόλη άρχισε να παρακμάζει, οι δε λιγοστοί κάτοικοί της περιορίστηκαν στο μικρό λόφο της Καδμείας. Μικρή ανάσα αποτέλεσε η επίσκεψη του αυτοκράτορα Αδριανού το 125 μ.Χ., ο οποίος όμως είχε στο μεταξύ εξαντλήσει το φιλελληνικό του ενδιαφέρον στην Αθήνα και τις Θεσπιές. Η Θήβα θα περάσει στη σιωπή και την παρακμή. Αυτή τη μικρή και παρακμασμένη πόλη θα περιηγηθεί και θα περιγράψει ο Παυσανίας στα μέσα του 2ου μ. Χ. αιώνα. Στο μεταξύ μια νέα επιδρομή βαρβάρων από το Βορρά (Κριμαία), των Κοστωβώκων, θα επιδεινώσει την κατάσταση (172 μ.Χ.). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, χωρίς την πατροπαράδοτη πολιτιστική ζωή, θα έρθει ο Χριστιανισμός να συμπληρώσει το κενό και θα βρει πρόσφορο έδαφος για να ριζώσει ήδη από τα μέσα του 2ου αιώνα, όπως μπορεί να υποθέσει κανείς από κάποιες επιτύμβιες επιγραφές αβέβαιης χρονολόγησης. Πάντως ήδη στα μέσα του 4ου μ.Χ. αιώνα το μεγαλύτερο μέρος της Βοιωτίας έχει εκχριστιανιστεί.

Σ’ όλη τη διάρκεια των μακρών αυτών αιώνων η ρωμαϊκή κυριαρχία εκλήφθηκε ως η φυσική πολιτική τάξη πραγμάτων, μεταμορφώθηκε σε ρωμαίικη, και στο τέλος σε ελληνική! Υπό αυτήν την τάξη πραγμάτων η πόλη της Θήβας, με τους λιγοστούς κατοίκους της, εισέρχεται στον Πρώιμο Μεσαίωνα (πρωτοβυζαντινή εποχή).

Τα γεγονότα στην Ελλάδα των αυτοκρατόρων

08 oktabianosΟ Οκταβιανός αφαίρεσε από την Αθήνα, την Αίγινα και την Ερέτρια, αλλά ολοκλήρωσε τη στοά της Αρχηγέτιδας Αθηνάς, που είχε αρχίσει ο Καίσαρ και συνέβαλε στη συνέχιση των εργασιών κατασκευής του ναού του Ολυμπίου Διός, που είχαν αρχίσει επί Πεισίστρατου. Στο Άκτιο έκτισε νέα πόλη, τη Νικόπολη, και θέσπισε αγώνες των οποίων την προεδρία ανάθεσε στους Λακεδαιμόνιους, ενισχύοντας ταυτόχρονα το Κοινό των Ελευθερολακώνων, του οποίου αύξησε τον αριθμό των πόλεων που το αποτελούσαν σε 24. Η ιδιάζουσα εύνοια που έδειξε στην Πάτρα, λόγω και της εξαιρετικής θέσης της για το εμπόριο με τη δύση, την κατέστησε πόλη πολυάνθρωπη και λαμπρή, συναγωνιζόμενη σε οικονομική ευμάρεια ακόμα και την Κόρινθο.

Για την διοίκηση των επαρχιών ο Οκταβιανός είχε κατατάξει τις περιοχές σε δύο τύπους. Οι λεγόμενες αυτοκρατορικές επαρχίες διοικούνταν από «επίτροπο του καίσαρα» (procurator), ενώ οι βουλευτικές επαρχίες, που είχαν αποδοθεί στον δήμο και τη σύγκλητο, διοικούνταν από ανθυπάτους (proconsules). Για την επαρχία της Αχαΐας στην οποία είχε υπαχθεί όλη η νότια Ελλάδα, στελνόταν κάθε χρόνο ένας Ρωμαίος ανθύπατος με έδρα την Κόρινθο, αλλά αρκετές ελληνικές πόλεις δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία του. Τέτοιες ήταν η Αθήνα, η Σπάρτη, το κοινό των Ελευθερολακώνων, το Άργος, η Ελάτεια, οι Θεσπιές, η Τανάγρα, η Αιτωλία, η Ακαρνανία και η Θεσσαλία.

09 neronΟ Νέρων, λάτρης του ελληνικού πολιτισμού, πραγματοποίησε επιτυχημένη περιοδεία στην Ελλάδα τη διετία 66-67 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε συμβολικά μέρος σε όλους τους μεγάλους αθλητικούς αγώνες (Ίσθμια, Πύθια, Νέμεα και Ολύμπια). Μάλιστα, , κατά τη διάρκεια της τέλεσης των Ίσθμιων, το 67 μ.Χ. με τη δική του φωνή, δημηγορώντας προς τα πλήθη από το βήμα, ανακήρυξε (συμβολικά και πάλι) ελεύθερες όλες τις ελληνικές πόλεις, περιποιώντας τους μοναδική τιμή, αδιανόητη για την εποχή του. Ο Νέρων επιχείρησε επίσης την διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου, σύμφωνα με την ιδέα που πρώτος συνέλαβε ο τύραννος Περίανδρος, και πριν από τον Νέρωνα δοκίμασαν να εφαρμόσουν και άλλοι, όπως ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, ο Ιούλιος Καίσαρ και ο Καλιγούλας. Παρά τον ενθουσιασμό του Νέρωνα, που πρώτος πήρε χρυσή αξίνα και έσκαψε το χώμα, και μολονότι για το έργο χρησιμοποιήθηκαν πολυάριθμοι εργάτες, οι εργασίες διακόπηκαν, διότι υπήρχε η υποψία ότι λόγω διαφοράς στη στάθμη του νερού μεταξύ των δύο θαλασσών, κινδύνευε να κατακλυσθεί η νήσος Αίγινα.

 

10 vespasianosΒεσπασιανός. Την εποχή του Βεσπασιανού (69-79 μ.Χ.) η τύχη της Ελλάδας άλλαξε, διότι μετατράπηκε πάλι σε απλή (βουλευτική) ρωμαϊκή επαρχία, χωρίς τα προνόμια της προηγούμενης ελευθερίας (που βέβαια και εκείνα σώζοντανμόνο στους τύπους, χωρίς πραγματική αξία και ενέργεια). Χαρακτηριστική για την κατάσταση που επικράτησε εφεξής στην Ελλάδα είναι η διαπίστωση του Πλουτάρχου ότι «νυν παντός του ευ φρονούντος καθήκον είναι να διεξηγή κοινή τε και κατ’ ιδίαν την των ελληνικών πραγμάτων ασθένειαν, δι’ ην έκαστος οφείλει να διάγει βίον εν ησυχία και ομονοία, διότι ούτε ηγεμονία, ούτε δόξα, ούτε δύναμις τις ημπορεί πλέον να προσκτηθεί, αφού τα πάντα εξαρτώνται από μικρού του ρωμαίου ανθυπάτου διατάγματος».

Επί Βεσπασιανού επίσης αποβλήθηκαν από την Ρώμη σχεδόν όλοι οι λεγόμενοι «Γραικύλοι τυχοδιώκτες δάσκαλοι» (κατ’ ευφημισμόν αυτοονομαζόμενοι «φιλόσοφοι»), οι οποίοι βέβαια δεν είχαν σχέση με τους αυθεντικούς Έλληνες φιλόσοφους, οι περισσότεροι από τους οποίους, την εποχή αυτή, ανήκαν στην τάξη των σοφιστών. Σε αντίθεση με την αρχαία σοφιστεία, που αποσκοπούσε στη μετάσταση της αλήθειας σε ψεύδος με τη χρήση του λόγου και αντίστροφα, η νεότερη σοφιστική (ταυτόσημη με την ρητορική) είχε στόχο την καλλιέπεια, τον τεχνικό καλλωπισμό του λόγου, και ανάδειξε αρκετούς αριστοτέχνες της ρητορικής, τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Ρώμη, όπως ο Πολέμων από την Λαοδικεία της Καρίας, ο Λολλιανός ο Εφέσιος, ο Αδριανός ο Τύριος, ο Ηρώδης ο Αττικός, ο Παυσανίας από την Καισαρεία της Καππαδοκίας, που έζησαν όλοι τον 2ο αιώνα μ.Χ., κ.α.

11 traianosΤραϊανός. Στα επόμενα χρόνια ο αυτοκράτορας Τραϊανός (98-117) αναδείχτηκε ευεργέτης του ελληνικού έθνους, αυξάνοντας τον αριθμό των ελεύθερων πόλεων, ενώ την εποχή του χτίστηκε στον λόφο των Μουσών της Αθήνας, το γνωστό Μνημείο του Φιλοπάππου, για τον οποίο γίνεται λόγος σε επόμενη παράγραφο.

 

 

 

 

 

 

 

12 adrianosΑδριανός. Ο διάδοχός του Αδριανός (117-138) πραγματοποίησε πέντε επισκέψεις στην Αθήνα, από τις οποίες τις τρεις ως Αθηναίος πολίτης με μεγάλη διάρκεια παραμονής, ενώ και πριν βασιλέψει είχε περιβληθεί το αξίωμα του επώνυμου άρχοντος, που έλαβε για δεύτερη φορά και ως αυτοκράτορας το 135 μ.Χ. Ο Αδριανός φιλοτιμήθηκε να λαμπρύνει και να επεκτείνει την κάτω πόλη της Αθήνας με νέα πολυτελέστατα έργα, όπως Ναός της Ήρας και του Πανελλήνιου Δία, κοινό ιερό όλων των θεών, γυμνάσιο και μεγαλοπρεπής στοά με βιβλιοθήκη στην Αγορά Παράλληλα νοτιοανατολικά της Ακρόπολης, στις όχθες του Ιλισού, με αφετηρία τη γνωστή Πύλη του Αδριανού, ανέγειρε καινούργια πόλη, που την ονόμασε Αδριανούπολη (σε αντιδιαστολή με την αρχαία Αθήνα του Θησέα). Μέγιστο καλλώπισμα της νέας πόλης ήταν ο Ναός του Ολυμπίου Διός, όπου διέπρεπε ένα χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού, του οποίου τα θεμέλια είχε θέσει ο Πεισίστρατος 650 χρόνια νωρίτερα. Τιμώντας τον οι Αθηναίοι δημιούργησαν νέα φυλή που την ονόμασαν Αδριανίδα και τον απεκάλεσαν Ολύμπιο, Σωτήρα και Κτίστη σε πολλές επιγραφές. Ο Αδριανός όμως ευεργέτησε και άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως τα Μέγαρα, όπου έχτισε ναό του Απόλλωνος, η Κόρινθος, όπου κατασκεύασε λουτρά και κρήνες, η Μαντίνεια, όπου ίδρυσε ναό του Ποσειδώνος, οι πολεις της Φωκίδας Άβαι και Υάμπολις, όπου έχτισε ναό του Απόλλωνος, ενώ διαπλάτυνε και τη δύσβατη οδό από τα Μέγαρα μέχρι την Κόρινθο, ώστε να μπορούν να διέρχονται δύο αντίθετα κινούμενα άρματα.

Ελληνολάτρες, σε βαθμό που μπορούν να θεωρούνται πλήρως εξελληνισμένοι, ήταν και οι επόμενοι δύο αυτοκράτορες.

13 antoninos14 auriliosΑντωνίνος (138-161) και Μάρκος Αυρήλιος (161-180), χάρη στην υποστήριξη των οποίων φαίνεται ότι αρκετές ελληνικές πόλεις προάχθηκαν σε ακμή, απολαμβάνοντας ελευθερία και αυτονομία και διανύοντας περίοδο οικονομικής ευμάρειας, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σε όλες γυμνασίων, κρηνών, στοών, ναών, τεχνουργείων και σχολών. Ωστόσο, παρά την λάμψη που απέκτησε ο ελληνικός κόσμος, χάρη στο θαυμασμό που έτρεφαν γι’ αυτόν οι αυτοκράτορες, στην πραγματικότητα, που αποδίδεται ανάγλυφα από τις περιγραφές του Παυσανία, που περιηγήθηκε την Ελλάδα περί το 160 μ.Χ. η ερήμωση έδινε μια οικτρή εικόνα της γενικότερης παρακμής που μάστιζε τον τόπο. Τα δύο τρίτα της χώρας ήταν έρημα ή είχαν μεταβληθεί σε βοσκές ζώων, ενώ η γεωργία και το εμπόριο ήταν σε ολέθρια κατάσταση. Μέρος της κοινωνίας προσπαθούσε να συνεχίσει να διάγει πολυτελή βίο, καταφεύγοντας σε δανεισμό από ξένους κεφαλαιούχους, με θλιβερά αποτελέσματα, που εικονίζονται στην πραγματεία του Πλούταρχου «Περί του μη δειν δανείζεσθαι

Μέσα στο μαρασμό αυτόν δύο μόνο αγαθά είχαν διατηρηθεί αλώβητα: Η ελληνική γλώσσα δυνατότερη και ακμαία όσο ποτέ άλλοτε σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που αποδείχτηκε το ισχυρότερο όπλο του ελληνικού κόσμου, και τα αμετακίνητα μνημεία της αρχαιότητας, που, παρά την σύλληση που συνεχίστηκε και την εποχή αυτή, σε σημαντικό βαθμό παρέμεναν ακόμη ακέραια. Κατά την μαρτυρία του Πλίνιου του πρεσβύτερου, στα τέλη της 1ης μ.Χ. εκατονταετηρίδας υπήρχαν ακόμη στη Ρόδο 3.000 ανδριάντες και ακόμη περισσότεροι στην Αθήνα, στους Δελφούς, στην Ολυμπία και στην Πάτρα, ενώ και ο Παυσανίας περιγράφει αμέτρητους θησαυρούς τέχνης στις πόλεις αυτές.

15 komodos16 septimiosΟ Κόμμοδος (180-192) το 188 και ο Σεπτίμιος Σεβήρος (193-211), πριν ανακηρυχθεί αυτοκράτορας, έζησαν στην Αθήνα, χωρίς να επιδείξουν φιλικά αισθήματα για την πόλη. Ο Σεβήρος όμως ήταν μεγάλος θαυμαστής του Μ.Αλεξάνδρου, μεταδίδοντας την αγάπη αυτή και στους διαδόχους του, ένας από τους οποίους μάλιστα, ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος (222-235) είχε εκ γενετής το όνομά του, ενώ και μακεδονική φάλαγγα, που εφάρμοζαν και οι Ρωμαίοι, ονομάστηκε «φάλαγξ Αλεξάνδρου». Τα γεγονότα αυτά ήταν βέβαια συμπτώματα της επικράτησης στη Ρώμη του ελληνικού πνευματικού βίου. Απόδειξη της εξέλιξης αυτής, που είχε προαναγγελθεί από τη πολύκροτη ρήση του Οράτιου (65-8 p.X.) «Graecia capta ferum victorem cepit – Η κατακτημένη Ελλάδα κατάκτησε τον βάρβαρο κατακτητή της», είναι ο ακραιφνής φιλελληνισμός της καλλιεργημένης αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας, συζύγου του Σεπτίμιου Σεβήρου, που είχε συγκροτήσει στο άμεσο περιβάλλον της κύκλο Ελλήνων φιλοσόφων, με τη συντροφιά των οποίων περνούσε καθημερινά τον ελεύθερο χρόνο της.

17 GaliinosΟ Γαλλιηνός (259-268) γιος του Βαλεριανού (που αιχμαλωτίστηκε και δολοφονήθηκε πολεμώντας τους Πέρσες) αναλώθηκε σε πολέμους με Γοτθικά φύλα στη δύση, αλλά ταυτόχρονα έδειξε εύνοια προς την Αθήνα, την οποία επισκέφθηκε, έλαβε το αξίωμα του επώνυμου άρχοντα και κατατάχθηκε μεταξύ των αρεοπαγιτών, φερόμενος ως Αθηναίος πολίτης μάλλον, παρά ως αυτοκράτορας. Το 267 όμως, προτελευταίο έτος της βασιλείας του, νέα στίφη Γότθων, πέρασαν τον Βόσπορο, κατέλαβαν το Βυζάντιο και την Χρυσούπολη, αποβιβλαστηκαν στη Λήμνο και την Σκύρο και από εκεί επέπεσαν σε όλα τα μεσημβρινά ελληνικά παράλια, λεηλατώντας την Αττική και την Πελοπόννησο και κατακαίοντας την Κόρινθο, τη Σπάρτη, το Άργος και την Τεγέα, ενώ και η Αθήνα δεν απέφυγε την άλωση, με άγνωστη έκταση καταστροφών. Αρχηγός της αντίστασης των Αθηναίων ήταν ο επώνυμος άρχων και ιστορικός Δέξιππος, ο οποίος κατόρθωσε να εμψυχώσει τους συμπατριώτες του, παρακινώντας τους να αγωνισθούν με πείσμα, για την απόκρουση των εισβολέων, οι οποίοι αποχώρησαν από τον ελληνικό χώρο, αφού καταδιώχθηκαν από τους εξεγερθέντες ελληνικούς πληθυσμούς σε όλη τη χώρα, από τη Βοιωτία και την Ακαρνανία μέχρι την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Κατά την επιδρομή αυτή, που ήταν η πρώτη στην ιστορία εισβολή Γότθων σε ελληνικές χώρες, καταστράφηκε οριστικά και ανεπανόρθωτα από πυρκαγιά και δηώσεις, ο πολυθρύλητος Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο, ένα από τα Επτά Θαύματα του αρχαίου κόσμου.

18 klaudiosΕπί αυτοκράτορος Κλαύδιου Γοτθικού (268-270) οι Γότθοι επιχείρησαν νέα μαζική έφοδο κατά του ρωμαϊκού κράτους, προσβάλοντας τη Θράκη και τη Μοισία και εισβάλοντας στο Αιγαίο, από όπου επιτέθηκαν στα μεσόγαια, χωρίς να μπορέσουν να κυριεύσουν καμία πόλη, περιοριζόμενοι μόνο σελεηλασίες της υπαίθρου. Η κρίσιμος μάχη εναντίον δόθηκε στη Ναϊσσό της άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας), όπου οι Γότθοι κατατροπώθηκαν ολοσχερώς. Ο διάδοχος του Κλαύδιου Αυρηλιανός (270-275) συνέχισε τις νικηφόρες επιχειρήσεις εναντίον των Γότθων, τελικά όμως τους παραχώρησε για εγκατάσταση τη Δακία, ενώ ο Πρόβος (276-282) αποδέχτηκε την εγκατάστασή τους στη Θράκη, οπότε σε όλη τη διάρκεια της επόμενης εκατονταετίας (280-380) οι ελληνικές χώρες δεν προσβλήθηκαν πλέον από Γότθους.

 

 

Επώνυμοι Έλληνες στα χρόνια της αυτοκρατορίας

Για τους Έλληνες που κατάφεραν να αναδειχτούν την εποχή των αυτοκρατόρων, κατά την οποία το κέντρο της πολιτικής ισχύος βρισκόταν εκτός Ελλάδος και οι δυνατότητες παρέμβασης στις ιστορικές εξελίξεις ήταν μηδαμινές, μπορούν να αναφερθούν τα εξής:

α. Φιλόπαππος (65–116)

19 gaiosΟ Γάϊος ούλιος ντίοχος, πιφανής Φιλόπαππος (Gaius Julius Antiochus Epiphanes, 650116) ήταν πρίγκηπας του Βασιλείου της Κομμαγηνής (στη σημερινή βόρεια Συρία), ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες που έζησαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Είχε αριστοκρατική καταγωγή, αφού ήταν πρωτότοκος γιος του Έλληνα πρίγκηπα της Κομμαγηνής Γάϊου Ιούλιου Αρχέλαου Αντίοχου Επιφανούς και της Ελληνίδας Κλαυδίας Καπιτωλίνας καταγόμενης από την Αίγυπτο. Η αδελφή του Ιουλία Βαλβίλλα ήταν ποιήτρια, φίλη του αυτοκράτορα Αδριανού και της αυτοκράτειρας Βίβιας Σαβίνας. Από την πλευρά του πατέρα του ήταν απευθείας απόγονος των Σελευκιδών βασιλέων της Συρίας και των Πτολεμαίων της Αιγύπτου. Το προσωνύμιο «Φιλόπαππος» οφείλεται στη στενή σχέση του με τον παππού του Αντίοχο Δ, βασιλιά της Κομμαγηνής, στο παλάτι του οποίου, στα Σαμόσατα, γεννήθηκε και μεγάλωσε.

Ο Φιλόπαππος είχε ταυτόχρονα ρωμαϊκή και αθηναϊκή υπηκοότητα. Στην Αθήνα υπηρέτησε ως επώνυμος άρχων και υπήρξε δύο φορές χορηγός και μία φορά αγωνοθέτης. Γνωρίστηκε με πολλούς φιλοσόφους και με τον ιστορικό Πλούταρχο, και ήταν προσωπικός φίλος των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού, με την υποστήριξη των οποίων εκλέχτηκε μέλος της πραιτωριανής φρουράς της Ρώμης, στη συνέχεια μέλος της ρωμαϊκής συγκλήτου και το 109 υπηρέτησε ως Υποκατάστατος Ύπατος.

Ο θάνατός του το116 προκάλεσε γενική θλίψη. Η αδελφή του Βαλβίλλα και πολίτες της Αθήνας ανέγειραν προς τιμήν του το γνωστό Μνημείο στο Λόφο των Μουσών, νοτιοανατολικά της Ακρόπολης, στο οποίο εικονίζεται ο ίδιος συντροφεύοντας τον παππού του Αντίοχο Δ, ενώ στο εσωτερικό του μνημείου αναπαριστάνεται η θριαμβική συνοδεία τους. .

β. Ηρώδης ο Αττικός (103–179)

20 irodis o atikosΟ Τιβέριος Κλαύδιος Ηρώδης Αττικός, (Μαραθώνας 103- Κηφισιά 179), ήταν περιώνυμος και βαθύπλουτος Αθηναίος ρήτορας και σοφιστής φιλόσοφος, από τους κύριους εκπροσώπους της λεγόμενης δεύτερης σοφιστικής, ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της Αθήνας στην μακρόχρονη ιστορία της. Γεννήθηκε επί Αυτοκράτορα Τραϊανού και κληρονόμησε μεγάλη περιουσία από τον πατέρα του Αττικό που, όπως λεγόταν, είχε ανακαλύψει κρυμμένο αμύθητο θησαυρό, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του το διέθεσε σε έργα κοινής ωφελείας. Ο πατέρας του, Αττικός επιμελήθηκε την καλή ανατροφή του γιου του αναθέτοντας σε έξοχους άνδρες της εποχής την εκπαίδευσή του. Στους δασκάλους του Ηρώδη συγκαταλέγονταν ο Θεαγένης ο Κνίδιος, που του δίδαξε διαλεκτική, ο φιλόσοφος Ταύρος ο Τύριος, που τον μύησε στην πλατωνική φιλοσοφία, ο Αθηναίος φιλόσοφος Σεκούνδος, ο εκ Τράλλεων Μουνάτιος, ο σοφιστής Πολέμωνας, και οι φιλόσοφοι Φαβωρίνος και Σκοπελιανός.

Με την παιδεία που έλαβε ο Ηρώδης εξελίχθηκε σε έναν από τους επιφανέστερους ρήτορες και σοφιστές της εποχής του και μάλιστα διδάσκαλος όλων των σοφιστών στην εποχή των Αντωνίνων καθώς ακόμη και των ίδιων των Αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου και Λεύκιου Βέρου. Η ρητορική δεινότητα του Ηρώδη εξαίρονταν μέχρι υπερβολής, με προσωνύμια όπως «Ελλήνων γλώσσα», «γλώσσα Αθηναίων», «Βασιλεύς λόγου», «εις των δέκα ρητόρων» κλπ. Ο Ηρώδης έγραψε τις λεγόμενες «Εφημερίδες» τις οποίες ο Σουίδας αποκαλεί «σύγγραμμα πολυμαθές», καθώς και επιστολές και αυτοσχέδιους λόγους, που χαρακτηρίζονταν από χάρη, ευπρέπεια, κομψότητα, σαφήνεια και πρωτοτυπία χωρίς εκζητήσεις.

Από την πρώτη του γυναίκα Αλκία, απέκτησε ένα γιο, τον Ηρωδιανό, που πέθανε πρόωρα. Ο Ηρώδης ο Αττικός ήλθε σε δεύτερο γάμο με την Αππία Αννία Ρηγίλλη για την οποία και πένθησε υπέρμετρα όταν πέθανε. Υποστηρίχθηκε μάλιστα πως ο Ηρώδης έκτισε το περίφημο Ωδείο των Αθηνών για να τιμήσει την μνήμη της Ρηγίλλης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ηρώδης ο Αττικός διέμενε στις επαύλεις του που είχε κτίσει στο Μαραθώνα και στην Κηφισιά. Εκεί συναντούσε τους φίλους και πολλούς θαυμαστές του με τους οποίους έκανε σπουδαίες συζητήσεις που περιέγραψε ο Αύλος Γέλλιος στη λατινική, στο έργο του «Αττικαί νύκτες» . Ο Ηρώδης τελικά πέθανε από γεροντικό μαρασμό στην έπαυλή του στο Μαραθώνα το 179 μ.Χ. και θάφτηκε στον Αρδηττό, τον λόφο που υπερκειται του Παναθηναϊκού Σταδίου.

γ. Φλάβιος Αρριανός (95–180)

22 flavios arianosO Φλάβιος Αρριανός, (Νικομήδεια, 95 μ.Χ. - 180 μ.Χ.) ήταν Έλληνας, Ρωμαίος πολίτης, συγγραφέας, ιστορικός, φιλόσοφος, γεωγράφος, πολιτικός και στρατιωτικός, έπαρχος της Καππαδοκίας (130-137 μ.Χ.), Αθηναίος πολίτης, Άρχων της Αθήνας, γνωστός για τα έργα του Αλεξάνδρου Ανάβασις και Ινδική. Γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας(στην Βιθυνία) γύρω στο 95 μ.Χ. και πέθανε εκεί γύρω στο 180 μ.Χ. Σπούδασε πρώτα στη Νικόπολη της Ηπείρου κοντά στο στωικό φιλόσοφο Επίκτητο και κατόπιν, μετά τον θάνατο του Επικτήτου (120 μ.Χ.) συνέχισε σπουδάζοντας στην Αθήνα, φιλοσοφική και ρητορική. Ο Αρριανός προς τιμήν του δασκάλου συνέγραψε το φιλοσοφικό έργο «Επικτήτου Διατριβαί», στο οποίο κατέγραψε τη διδασκαλία του Επικτήτου. Στα συγγραφικά του έργα είχε σαν παράδειγμα του τον Ξενοφώντα.

Ο Αδριανός (τότε Ρωμαίος αυτοκράτορας), που τον γνώρισε στην Αθήνα, εκτίμησε τις αρετές του και τον έκανε έπαρχο της Καππαδοκίας, για επτά χρόνια (130-137 μ.Χ.), αξίωμα που δόθηκε σε Έλληνα για πρώτη φορά από τους Ρωμαίους, του έδωσε τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη και ο Αρριανός απόκτησε το όνομα Φλάβιος και έγινε «Υποκατάστατος Ύπατος». Με τις διοικητικές ικανότητες και την ανδρεία του απόκρουσε τις επιδρομές του σκυθικού λαού των Αλανών εναντίον του Ρωμαϊκού κράτους, ενώ παράλληλα διακρίθηκε και για το έξοχο ερευνητικό του πνεύμα. Στην Αθήνα γύρισε πάλι αφότου έπαψε να είναι διοικητής στην Καππαδοκία, πήρε τον τίτλο του Αθηναίου πολίτη και το 145 μ.Χ. διορίστηκε από τον Αδριανό άρχοντας των Αθηνών. Στα 171 μ.Χ. ήταν πρύτανης της Πανδιονίδας φυλής. Σε γεροντική ηλικία άφησε την Αθήνα κι έφυγε για την πατρίδα του, όπου έγινε ιερέας της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Από τα έργα του σώθηκαν τα περισσότερα, πολλά ακέραια και άλλα μόνον σε περικοπές, και εξακολουθούν να διακρίνονται για την παραστατικότητα, την συνοπτικότητα και την αμεροληψία τους. Από τα ιστορικά του έργα το σπουδαιότερο, που διασώθηκε ολόκληρο, είναι η «Αλεξάνδρου Ανάβασις». Αποτελείται από εφτά βιβλία (σε αναλογία με το έργο «Κύρου Ανάβασις», του Ξενοφώντα) γραμμένα στην αττική διάλεκτο (ο Αρριανός ήταν γνωστός Αττικιστής της εποχής εκείνης). Περιγράφεται όχι μόνο η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον της Περσίας, αλλά και ολόκληρη η ιστορία του με τα πιο κύρια στοιχεία της, με αντικειμενικότητα και ακρίβεια που κατατάσσουν το έργο στην πιο αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για την αποστολή του Μ.Αλεξάνδρου. Για τον Μακεδόνα στρατηλάτη ο Αρριανός πίστευε πως κανένας άνθρωπος δεν έκανε έργα μεγαλύτερα από αυτόν. Σε ιστορικά θέματα αναφέρονται επίσης τα «Μετά τον Αλέξανδρον», δέκα βιβλία, που αποσπάσματά τους υπάρχουν σήμερα, τα «Βιθυνιακά» και τα «Παρθενικά» που είναι χαμένα. Άλλο σημαντικό ιστορικό του έργο είναι η «Ινδική», που αναφέρεται στην ιστορία, στην γεωγραφία και στα ήθη των Ινδών και γράφτηκε σε ιωνική διάλεκτο, σε μια προσπάθεια του Αρριανού να αποδείξει ότι μπορούσε να χειριστεί άριστα την γλώσσα του Ηροδότου. Στην Ινδική γίνεται επίσης περιγραφή και για την εκστρατεία του μακεδονικού στόλου από τον Ινδό ως τον Ευφράτη ποταμό, στον περσικό κόλπο. Σημαντικότατη πηγή πληροφοριών του έργου του ήταν οι παρατηρήσεις του ναυάρχου του Μ.Αλεξάνδρου Νεάρχου του Κρητός, στο έργο του «Παράπλους της Ινδικής».

Φιλοσοφικά του έργα ήταν οι «Επικτήτου διατριβαί», στο οποίο αναφέρεται στην διδασκαλία του Επικτήτου, σε οχτώ βιβλία, από τα οποία σώθηκαν τα τέσσερα πρώτα και το «Εγχειρίδιον Επικτήτου», κείμενο μικρής έκτασης, που αποτελούσε περικοπή του Επικτήτου Διατριβαί. Γεωγραφικό έργο ήταν ο«Περίπλους του Ευξείνου Πόντου», έργο με μεγάλη ακρίβεια και σαφήνεια, γιατί ο ίδιος έκανε αυτά το ταξίδι. Αναφέρεται πάνω σε γεωγραφικές, μετεωρολογικές και άλλες επιστημονικές παρατηρήσεις, τις περισσότερες εκ των οποίων τις έκανε ο ίδιος όταν ακόμη ήταν διοικητής στην Καππαδοκία.

δ. Δέξιππος (210–273)

21 dexiposO Πούμπλιος Ερρένιος Δέξιππος, (210-273) ήταν Έλληνας ιστορικός, πολιτευτής, στρατηγός και κληρονομκός ιερέας της Ελευσίνιας οικογένειας των Κηρύκων. Κατείχε τους τίτλους «Άρχων Βασιλεύς» και «Επώνυμος Άρχων» στην Αθήνα. Όταν οι Έρουλοι εισέβαλαν την Ελλάδα και κατέλαβαν την Αθήνα το 269, ο Δέξιππος έδειξε μεγάλο σθένος και κατάφερε να ζωντανεύσει το πνεύμα του πατριωτισμού στους συμπολίτες του, που κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους εισβολείς. Σημειωτέον ότι την εποχή εκείνη λειτουργούσε ακόμη ακέραιο το αρχαίο πολίτευμα της Αθήνας, με τον Άρειο Πάγο, τη βουλή, που τότε αριθμούσε 750 άνδρες, περισσότερους από οποτεδήποτε άλλοτε, την εκκλησία του δήμου και τις υπόλοιπες αρχές, τελετές και πανηγύρεις. Προς τιμήν του ανεγέρθηκε άγαλμα το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα, με επιγραφή που περιγράφει τις υπηρεσίες που προσέφερε, αλλά παραδόξως, όχι τα στρατιωτικά του κατορθώματα. Από τα τρία ιστορικά έργα του Δέξιππου, σημαντικά κομμάτια σώζονται ακόμα:

1.«Τα Γεγονότα μετά τον Αλέξανδρο», πιθανώς επιτομή του έργου του Αρριανού
2.«Τα Σκυθικά», μια ιστορία των Ρωμαίων κατά των Γότθων του 3ου αιώνα
3.« Χρονική Ιστορία», δώδεκα βιβλία με την ιστορία χιλίων χρόνων ως τον Κλαύδιο Γοτθικό (270)

Ο Φώτιος, ονομαστός λόγιος και πατριάρχης Κωνσταντινούπολης την περίοδο 858-867 & 877-886, μιλάει με τα καλυτερα λογια για τον Δέξιππο, χαρακτηρίζοντάς τον «δεύτερο Θουκυδίδη».

Τα γράμματα στους ρωμαϊκούς χρόνους

23 kionasΜάρκου Αυρηλίου (161-180 μ.Χ). Ο θριαμβικός κίονας

Από πολύ νωρίς οι Ρωμαίοι είχαν έρθει σε επαφή με τα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες. Λατίνοι ποιητές και συγγραφείς επηρεάστηκαν αποφασιστικά από τους μεγάλους Έλληνες δημιουργούς, τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τους λυρικούς και τους δραματικούς ποιητές, αλλά και τους ιστοριογράφους, τους ρήτορες και τους φιλοσόφους.

Στην ποίηση η ρωμαϊκή παραγωγή συνδύασε επιδράσεις ποικιλιών της ελληνιστικής ποίησης με την ιδεολογία των ιθυνόντων κύκλων της Ρώμης, ενώ ιδιαίτερο στοιχείο της είναι η εξάρτηση των ποιητών από την επίσημη κατεύθυνση σκέψης και από τους αριστοκράτες προστάτες τους.

(1) Στον τομέα της επικής ποίησης διακρίθηκε ο Κόιντος Έννιος (239-169 π.Χ.) με τα «Χρονικά» του, μια επική εξιστόρηση της πορείας της Ρώμης, σε δυνατούς, αλλά κάπως τραχείς εξάμετρους στίχους, που πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν στη ρωμαϊκή γλώσσα.

Ο Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων (70-19 π.Χ.) στα χρόνια του Αυγούστου, υπό την προστασία του, μετά από δική του εντολή και με έντονη επίδραση (ουσιαστικά μίμηση) από τον Όμηρο, συνέγραψε την «Αινειάδα», εθνικό έπος των Ρωμαίων που έχει μέχρι σήμερα παγκόσμια απήχηση.

(2) Η λυρική ποίηση συνδύασε την αφηγηματική προσωπική ερωτική ελεγεία με το επίγραμμα. Στα χρόνια της Α Τριανδρίας ο Γάιος Βαλέριος Κάτουλλος (87-54 π.Χ.) έγραψε ποιήματα σατιρικά, γεμάτα δηκτικότητα με υπαινιγμούς για διάσημους πολίτες, ερωτικά αφιερωμένα στη φίλη του γεμάτα αισθησιασμό και πάθος και μεγάλα Αλεξανδρινά στο ύφος του Καλλίμαχου, με συναρπαστικές εικόνες, αίσθηση της σύνθεσης και επιμέλεια των λεπτομερειών.

Ο Άλβιος Τίβουλλος (59-19 π.Χ.) έγραψε ελεγείες με πλούσια φαντασία, που αποτυπώνουν την αγάπη του για τη φύση, την αγροτική ζωή και την ειρήνη, αλλά και το θαυμασμό του για την πολεμική ανδρεία.

Ο Σέξτος Προπέρτιος (50-15 π.Χ.) έγραψε ελεγείες για έναν άτυχο έρωτά του με μυθολογικές προεκτάσεις και συναίσθηση της θρησκευτικής του αξίας.

Ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (65-8 π.Χ.) συνέθεσε Ωδές με επίδραση από τη Σαπφώ και με Επωδούς στο ύφος του Αρχίλοχου, που αντανακλούν μια επικούρεια φιλοσοφική στάση για τη ζωή, εκφράζοντας θαυμασμό για τη φύση και εξυμνώντας την ελευθερία.

Ο Πόπλιος Οβίδιος Νάσων (43 π.Χ. – 17 μ.Χ.) στις Μεταμορφώσεις του αποτύπωσε με αυθορμητισμό και ιμπρεσιονιστική διάθεση, αλλά χωρίς βάθος σκέψης και επεξεργασία, ρομαντικές μυθικές ιστορίες. Ο Βιάνωρ (~20 μ.Χ.) έγραψε επιγράμματα επιδεικτικά και επιτύμβια ή προτρεπτικά, όπου εκφράζει φιλελεύθερες ιδέες.

(3) Η βουκολική ποίηση του Πόπλιου Βιργίλιου Μάρωνος (70-19 π.Χ.) στις Εκλογές του, με εμφανή επίδραση από τον Θεόκριτο, αντλεί υλικό από φιλολογικές πηγές και όχι από άμεση επαφή, με συνέπεια ανακριβολογίες, αχνή διαγραφή των χαρακτήρων και συχνά δυσεξήγητη αλληγορική σημασία. Την αγροτική ζωή περιγράφουν και οι στίχοι των Τ.Καλπούρνιου Σίκουλου (~65 μ.Χ) και του Σεπτίμιου Σηρήνου (~100 μ.Χ).

(4) Στο τομέα της σατιρικής ποίησης ο Γάιος Λουκίλιος (180-73 π.Χ.), επηρεασμένος από τους ιαμβικούς ποιητές και την αρχαία αττική κωμωδία, σατίρισε πρόσωπα του περιβάλλοντός του, με ανάλυση των χαρακτηριολογικών τύπων, παράθεση ανεκδότων και υπαινιγμούς.

Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρων (116-26 π.Χ.) στις Μενίππειες Σάτιρές του ασκεί προσωπικές επιθέσεις κατά των εχθρών του, επικρίνοντας στωικούς και επικούρειους και κατακρίνοντας τα ήθη της εποχής του. Τα Σατιρικά του Κόιντου Οράτιου Φλάκκου (65-8 π.Χ.) με εμφανή επίδραση από τους Αρχίλοχο, Αριστιφάνη και Λουκίλιο.

(5) Η διδακτική ποίηση καλλιεργήθηκε από τον Τίτο Λουκρήτιο Κάρο (95-55), ο οποίος στο έργο του Περί Φύσεως εκθέτει τις απόψεις του Επίκουρου για απαλλαγή από το φόβο του θανάτου μέσω των γνώσεων που εξασφαλίζει η επιστήμη.

Ο Κόιντος Οράτιος Φλάκκος (65-8 π.Χ.) στην Ποιητική Τέχνη του απαιτεί από ένα έργο τέχνης ενότητα αντιλήψεων και εκφραστικότητα και υποστηρίζει ότι η ποίηση πρέπει να τέρπει, αλλά ταυτόχρονα και να ωφελεί.

Ο Μάρκος Μανίλιος (~30 μ.Χ.) στην Αστρονομία του δείχνει αντίληψη του απόλυτου νόμου που κυβερνά τους ουράνιους και επίγειους κόσμους.

Ο γνωστός στρατηγός Κλαύδιος Καίσαρ Γερμανικός (15 π.Χ.-19 μ.Χ.), πατέρας του Καλιγούλα και παππούς του Νέρωνα, έγραψε ελληνικές κωμωδίες και το έργο Αράτεια, με μετεωρολογικά και αστρονομικά θέματα, βασισμένο στα Φαινόμενα του Άρατου από τους Σόλους της Κιλικίας. Τέλος ο Ρούφος Φήστος Αβυηνός (~360 μ.Χ.) μετέφρασε τα έργα του Άρατου, ενώ στο έργο του Παράλια περιγράφει τις δυτικές και νότιες ακτές της Ευρώπης.

Η δραματική ποίηση καλλιεργήθηκε υπό την άμεση επίδραση της ελληνικής. Ιδιαίτερα η Τραγωδία μπορεί να θεωρηθεί αυτούσια ελληνική μεταφερμένη σε λατινικό έδαφος, ενώ οι προσπάθειες να αποδοθεί στα έργα ρωμαϊκή έμπνευση ονομάστηκαν praetextatae.

Ο Λίβιος Ανδρόνικος (284-204 π.Χ.), μεταφραστής της Οδύσσειας, έγραψε τραγωδίες και κωμωδίες πουπραγματεύονται ελληνικά θέματα.

Ο Γναίος Ναίβιος (270-201 π.Χ.) επιδόθηκε σε ένα συμφυρμό διασκευασμένων ελληνικών τραγωδιών και σύνθεσε ένα επικό ποίημα για τον Α’ Καρχηδονιακό Πόλεμο.

Ο Μάρκος Πακούβιος (220-132 π.Χ.) έγραψε ελληνικές και ρωμαϊκές τραγωδίες με αίσθημα και δύναμη περιγραφής.

Ο Λεύκιος Άκκιος (179-30 π.Χ.) έδειξε στα έργα του σκεπτικισμό για τη θρησκεία, με δυνατές αφηγήσεις, αποφθεγματικότητα και πειστική διαλεκτική.

Ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (5-65 μ.Χ.) έγραψε 8 τραγωδίες με θέματα από την ελληνική μυθολογία, εμπνευσμένα από αντίστοιχα έργα του Ευριπίδη και του Σοφοκλή. Το έργο Οκταβία είναι η μόνη σωζόμενη τραγωδία με ρωμαϊκό θέμα, που αναφέρεται στην άτυχη ζωή της ομώνυμης κόρης του αυτοκράτορα Κλαύδιου, που υποχρεώθηκε να παντρευτεί τον Νέρωνα και θανατώθηκε στην εξορία (30-66 μ.Χ).

Ο Πόπλιος Τερέντιος Αφρικανός (200-160 π.Χ.) έγραψε κωμωδίες ελληνικής έμπνευσης με προσαρμογή των προσώπων στους ρωμαϊκούς τύπους και τάση εξιδανίκευσης των προσώπων. Ο Λεύκιος Αφράνιος (~94 π.Χ.) έγραψε togatae με ρωμαϊκά θέματα ανάλυσης χαρακτήρων γυναικών και επαρχιωτών, ενώ ο Τ.Κουίντιος Άττα (~78 π.Χ.) έγραψε επίσης togatae που απεικονίζουν την καθημερινή ζωή με άφθονα οικογενειακά περιστατικά. Κωμωδίες απομιμούμενες τον Αριστοφάνη και τον Μένανδρο έγραψαν και οι Μ.Πομπώνιος Βάσουλος (50-100 μ.Χ.) και ο Αννιανός (~120 μ.Χ.). Στα χρόνια μετά το 100 π.Χ. άκμασαν οι Μίμοι και οι Ιλαροτραγωδίες κατ’ απομίμηση και πάλι αντίστοιχων ελληνικών έργων. Ο Νόβιος και ο Πομπώνιος (~89 π.Χ.) παίζουν στα έργα τους με ένα αδιάκοπο πέρασμα από την κωμωδία στη φάρσα και εκεί στην παρωδία και στον

Παράλληλα οι Έλληνες συνεχίζουν να παράγουν πλούσιο πνευματικό έργο.

Επική ποίηση δημιούργησε ο Κόιντος Σμυρναίος (4ος αιώνας), ο οποίος στο έργο του Τα μεθ’ Όμηρον σε 14 βιβλία με άψογη στιχουργία και ύφος απλό και επιγραμματικό, αλλά χωρίς φαντασία και έμπνευση και με ήρωες χωρίς προσωπικότητα εξιστόρησε τον Τρωικό Πόλεμο.

Ο Νόννος ο Πανοπολίτης (~450 μ.Χ.) στα Διονυσιακά περιγράφει μάχες ηρώων κατά γιγάντων από την Ινδία, εικονίζοντας την πάλη του ελληνισμού κατά της βραβαρότητας, με ύφος στομφώδες, επιγραμματικό και ρητορικό, αλλά με πλούτο φαντασίας και ζωηρό χρώμα.

Λυρική ποίηση, που την εποχή αυτή περιλάμβανε κυρίως ερωτικά επιγράμματα, έγραψε ο Μάρκος Αργεντάριος (~65 μ.Χ.), που στα 37 σωζόμενα επιγράμματά του αποκαλύπτει την ωραία ευθυμία και την τρέλα της νεότητάς του, ενώ

ο Αντίφιλος ο Βυζάντιος (1ος αι. μ.Χ.) έγραψε επιγράμματα αφιερωματικά και περιγραφικά, θαλασσινά και ορεινά.

Ο Λουκίλιος (~65 μ.Χ.) άφησε 123 κοροϊδευτικά, δηκτικά και κωμικά επιγράμματα για διάφορα πρόσωπα.

ο σπουδαιότερος όλων Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς (365-420) άφησε 150 επιγράμματα εύθυμα και πικρά, όπου ειρωνεύεται τα θρησκευτικά δόγματα και τις φιλοσοφικές θεωρίες.

Στον τομέα της δραματικής ποίησης, τραγωδίες, κυρίως για ρητορική απαγγελία στις σχολές, έγραψαν ο Φιλόστρατος (~65 μ.Χ.), ο Ανδρόνικος από την Ερμούπολη (4ος αι. μ.Χ), ο Απολλινάριος Λαοδικείας (310-381 μ.Χ.) και ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, επίσκοπος Πτολεμαΐδας (370- ;).

Κωμωδίες στα ελληνικά έγραψε ο προαναφερθείς στρατηγός Κλαύδιος Καίσαρ Γερμανικός (15 π.Χ.-18 μ.Χ.) και ο αδελφός του αυτοκράτορας Κλαύδιος (10 π.Χ. – 51 μ.Χ.), ενώ συνεχίστηκε και η συγγραφή μίμων, που ήταν πιο αγαπητοί στο παλάτι ακόμη και από τις κωμωδίες (Χαριτίων, Μοιχεύτρια, Εύριππος).

Ο τομέας της φιλοσοφίας παρουσίασε στροφή από τα ηθικολογικά ενδιαφέροντα της προηγούμενης ελληνιστικής περιόδου σε θεοσοφικές αναζητήσεις με επίκεντρο τον καθορισμό της θέσης του ανθρώπου απέναντι στη θεότητα, με διάκριση κατά σχολές ως εξής:

(1) Εκπρόσωποι της Νέας Στωικής Σχολής, με κύρια τάση την επιστροφή στον κυνισμό, ήταν: Ο Μουσώνιος Ρούφος (~65 μ.Χ.), ο οποίος επιδόθηκε σε μια ηθική κατήχηση, τεχνική, ξερή και σχολαστική, διδάσκοντας ότι η αρετή είναι έμφυτη, αλλά απαιτεί άσκηση για να είμαστε φιλάνθρωποι, πράοι και γλυκομίλητοι. Ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (5-65 μ.Χ.), επηρεασμένος από τον Επίκουρο και τονΠλάτωνα, ανάπτυξε έναν ελεύθερο αντισυστηματικό στωικισμό, που αποζητούσε την θεραπεία των ηθικών ασθενειών και τη στωική ευλάβεια, πιστεύοντας στην αστάθεια των ανθρωπίνων, στην ουράνια ζωή μετά τη γήινη και αποθέτοντας την ελπίδα στον λυτρωτή-σωτήρα. Ο Επίκτητος εξ Ιεροπόλεως (50-138 μ.Χ.) δίδασκε ότι υπέρτατο αγαθό είναι η εσωτερική ελευθερία που επιτυγχάνεται με ανοχή και εγκράτεια και ότι η ευτυχία εξαρτάται από τον έλεγχο της θέλησής μας, πιστεύοντας ότι υπάρχει θεότητα, πρόνοια και θείος Λόγος.

(2) Η Νέα Σχολή των Επικούρειων σημείωσε στροφή προς την απαισιοδοξία και στη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ανθρώπινης ζωής, με φιλόσοφους όπως: Ο Διογένης ο Οινοανδεύς (~200 μ.Χ.), που δίδασκε ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε το θάνατο, διότι δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, τιμωρία και μετεμψύχωση, αφού τα έμψυχα γεννήθηκαν από τη γη, αντικρούοντας παράλληλα τις μηχανιστικές απόψεις του Δημόκριτου για την κίνηση των ατόμων και κηρύττοντας την ηθική υπευθυνότητα του ανθρώπου, ενώ ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα (120-200 μ.Χ.) ήταν ένας κυνικός και φιλοσοφημένος σατιριστής, που χλεύασε την αγυρτία, την αμάθεια, την τσαρλατανιά, την ευπιστία και τη θρησκευτική δεισιδαιμονία της εποχής του.

(3) Στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ Στωικών και Επικούρειων η Νέα Σχολή των Σκεπτικών εκπροσωπείται από τον Αινησίδημο εκ Κνωσού (~50 μ.Χ.) ο οποίος πίστευε στην αδυναμία βέβαιης αντίληψης με αίσθηση και σκέψη, απαριθμώντας 10 λόγους που καθιστούν αδύνατη τη γνώση, και συναινώντας στην πιθανότητα και στην εκκρεμότητα της κρίσης, αφού ούτε την άγνοιά μας δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε. Ο Σέξτος ο Εμπειρικός (~150) συγκέντρωσε όλα τα επιχειρήματα κατά της διγματικής φιλοσοφίας και της διδασκαλίας οποιασδήποτε γνώσης, ισχυριζόμενος ότι οι φαινομενικές κρίσεις είναι αρκετές για την καθημερινή ζωή.

(4) Η Νεοπυθαγορική Σχολή εκπροσωπούσε μία τάση φιλοσοφικού αποκρυφισμού και δαιμονοληψίας. Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς (40-140 μ.Χ.) αναμιγνύοντας τον πυθαγορισμό με πλατωνικές και ασιατικές ιδέες, και επιχειρώντας ένα είδος θρησκευτικής μεταρύθμισης, κήρυτε τη διάκριση ενός ύψιστου θεού από τους υπόλοιπους, με τον οποίο τα επίγεια είναι ανάξια να επικοινωνούν. Ο Μοδεράτος ο Γαδαρίτης (1ος αι. μ.Χ.) εξηγούσε ότι οι παλαιοί πυθαγόρειοι χρησιμοποιούσαν τους αριθμούς ως σύμβολα, διότι δεν μπορούσαν να εκφραστούν καθαρά με άλλο τρόπο τα δόγματά τους, που τα δανείστηκαν όλοι οι φιλόσοφοι. Ο Νουμήνιος από την Απάμεια της Συρίας (~160 μ.Χ.) ηταν μυστικιστής με επιδράσεις από τον πλατωνισμό και τη θεολογία των μάγων, των Χαλδαίων, των Βραχμάνων και των Ιουδαίων, αποδεχόμενος ένα δεύτερο θεό κοσμοπλάστη, ως ενδιάμεσο μεταξύ υψίστου και κόσμου. Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος (3ος αι. μ.Χ.), επηρεασμένος από την Αιγυπτιακή θεολογία, υποστήριζε ότι υπάρχει ένας πρώτος θεός – υπέρτατο ον, καθώς και δεύτεροι θεοί – δαίμονες και άγγελοι, αποδεχόμενος την ύπαρξη ψυχής, πρόνοιας, πεπρωμένου και Λόγου διαφορετικού από τη θεότητα, αλλά αχώριστου από αυτήν.

(5) Η Νεοαριστοτελική Σχολή, με τον Αριστοκλή τον Μεσσήνιο (~180 μ.Χ.) και τον Αλέξανδρος Αφροδισιέα (~200 μ.Χ.) προώθησε ένα ρεαλιστικό αριστοτελισμό, κατά τον οποίο το καθ’ έκαστον είναι προγενέστερο του καθολικού, που υπάρχει μόνο στο λογικό μας. Ταυτόχρονα αποδεχόμενη ότι δεν υπάρχει αθανασία της ψυχής και ότι η πρόνοια είναι φυσική δύναμη, επιδίωξε να προσεγγίσει τον στωικισμό, ασπαζόμενη ένα πανθεϊσμό, σύμφωνα με τον οποίο ένας νους θεϊκός ενεργεί σε όλο τον υλικό κόσμο

(6) Η Νέα Κυνική Σχολή επιδόθηκε σε σατιρική παρώδηση του πνευματικού πολιτισμού της εποχής της. Ο Βίων ο Βορυσθενίτης (~250 μ.Χ.) έγραψε πραγματείες για το δοκείν και το είναι, το φαινομενικό και το πραγματικό, τον πλούτο, τη φτώχια και την εξορία, ορίζοντας την ευτυχία ως ικανοποίηση από την αυτάρκεια κάθε ανθρώπου. Ο Μένιππος ο Γαδαρίτης (250 μ.Χ.), γνωστός και ως σατιρικός ποητής, υπήρξε πικρός σαρκαστής των εγκόσμιων θρησκευτικών παραδόσεων και χλευαστής των φιλοσοφικών δοξασιών, ενώ και ο Φοίνιξ ο Κολοφώνιος (3ος αι. μ.Χ.) έγραψε χωλίαμβους κυνικού περιεχομένου.

(7) Η Εκλεκτική Σχολή ασχολήθηκε με τη σταχυολόγηση δογμάτων από άλλες σχολές, προσπαθώντας να συνδυάσει τις δοξασίες τους. Ο ιστορικός και βιογράφος Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς (50-120 μ.Χ.) ήταν σταχυολόγος ηθικολόγος, ο οποίος, επηρεασμένος από τον πλατωνισμό, τους περιπατητικούς, τους στωικούς και τους νεοπυθαγόρειους, παραδεχόταν δεύτερη αρχή που υπάρχει στην ψυχή του κόσμου και αποδεχόταν την ύπαρξη δαιμόνων μεσιτών του θεού, την ελευθερία της βούλησης, τη μετεμψύχωση και την αθανασία της ψυχής. Ο Δημώναξ ο Κύπριος (2ος αι. μ.Χ.), σωκρατικός στα φερσίματα, ακέραιος, ελευθερόστομος, ετοιμολόγος και μετριόφρων, πίστευε ότι μόνα αγαθά είναι η αυτάρκεια και η απαλλαγή από την ελπίδα και το φοβο. Ο Οινόμαος ο Γαδαρίτης (~125 μ.Χ.) ήταν διώκτης των αγυρτών, των μάντεων και των λαοπλάνων, αδιαφορούσε για τη μεταφυσική και ενδιαφερόταν αντίθετα για την κατάσταση της κοινωνίας. Ο Δίων ο Χρυσόστομος (40-120 μ.Χ.) είχε θέσει ως σκοπό την ηθικοποίηση του κόσμου επηρεασμένος από κυνικούς και στωικούς.

(8) Παράλληλα συνέχισε τις δραστηριότητές της η Μέση Πλατωνική Σχολή σημειώνοντας στροφή προς τον εκλεκτικισμό, τον πυθαγορισμό και τον μυστικισμό. Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς (40 π.Χ. – 40 μ.Χ.) ανάπτξε μια ελληνίζουσα ιουδαϊκή φιλοσοφία, πιστεύοντας σε ένα υπερβατικό θεό που άπτεται του κόσμου με ενδιάμεσα (δυνάμεις), ενώ ο Λόγος είναι ο υιός του θεού, μεσολαβητής και το κακό προέρχεται από την ατέλεια της ύλης, στην οποία περικλείεται η θεϊκή ψυχή. Ο Εύδωρος ο Αλεξανδρεύς (~25 μ.Χ.) έδωσε ένα κράμα πλατωνικών, στωικών και πυθαγόρειων δογμάτων με θεολογική απόχρωση. Ο Θέων ο Σμυρναίος (~120 μ.Χ.) έγραψε σχόλια για την Πολιτεία και ανάπτυξε μαθηματικές γνώσεις για την κατανόηση της θεωρίας αριθμών, της θεωρίας μουσικής και της αστρονομικής θεωρία του Πλάτωνα, θεωρώντας ότι τα μαθηματικά έχουν καθαρτική ενέργεια.

(9) Τέλος η Νεοπλατωνική Σχολή οδηγήθηκε σε μία ανάμιξη της πλατωνικής διδασκαλίας με ανατολικές δοξασίες και διαμόρφωσε μία άκρως ενδιαφέρουσα φιλοσοφικοθρησκευτική θεωρία. Ο Αμμώνιος Σακκάς (174-242 μ.Χ.) δημιούργησε ένα μυστικοθρησκευτικού χαρακτήρα συγκερασμό του πλατωνισμού με τον αριστοτελισμό, κατά τον οποίο η ψυχή θεωρείται ενωμένη τελείως, αλλά χωρίς αλλοίωση, με το σώμα που κείται εντός της ψυχής. Ο Πλωτίνος ο Αιγύπτιος (204-270 μ.Χ.) δίδασκε ότι η πραγματικότητα είναι πολυεπίπεδη με υπέρτατη αρχή το Εν? Πρώτον? Αγαθόν που εκπέμπει φως. Αποκάτω υπάρχει ο κόσμος του πνεύματος όπου ανήκουν οι ιδέες, παρακάτω ο κόσμος της ψυχής και τέλος ο κόσμος της φύσης, που είναι το πολλαπλό και μη πραγματικό όριο της πραγματικότητας. Κλειδί της επικοινωνίας με το Εν είναι η ψυχή και ο τρόπος επικοινωνίας είναι η κάθαρση των συγκινήσεων και η θέα της ομορφιάς που οδηγούν σε έκσταση και μυστική ένωση με το Εν. Ο Πορφύριος ο Τύριος (233-305 μ.Χ.) διαμόρφωσε μια αλληγορική θεολογία βασισμένη σε ένα πυθαγόρειο ασκητισμό και στις κατηγορίες του Αριστοτέλη, με επίκεντρο την απάθεια της ψυχής. Χρησιμοποίησε ιστορικές μεθόδους για την κατασκευή επιχειρηματολογίας εναντίον του Χριστιανισμού. Ο Ιάμβλιχος από τη Χαλκίδα της Συρίας (270-333 μ.Χ.) δημιούργησε ένα εκστατικό νεοπλατωνισμό που βασίζεται σε αδιάκοπη αποκάλυψη των θεών, μέσω συζητήσεων με άπειρα καλά και κακά πνεύματα και με βασικές υποστάσεις το Είναι, τη Ζωή και τη Νόηση και όρους παραγωγής των πραγμάτων το Μένον, το Προϊόν και το Επιστρέφον. Στη γραμμή του Ιάμβλιχου ο Πρόκλος ο Βυζαντινός (412-448 μ.Χ.) θεωρούσε ότι βασικές υποστάσεις είναι το Εν, το Ον, η Ζωή, η Νόηση και η Ψυχή με τρεις όρους για τη σειρά των πραγμάτων, το Μη μετεχόμενο, το Μετεχόμενο και το Μετέχον (Καλωσύνη, Καλόν και Καλά πράγματα αντίστοιχα). Τέλος ο Δαμάσκιος ο Σύριος (~529 μ.Χ.) θεωρούσε ότι το Άρρητο είναι υπεράνω του Ενός και ο αισθητός κόσμος είναι μέρος μόνο του υπεραισθητού κόσμου των ιδεών.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

(σύμφωνα με ορισμένους μελετητές η ρωμαϊκή περίοδος ξεκινά το 146 π.Χ. με την νίκη των Ρωμαίων στην Κόρινθο, ενώ άλλοι τοποθετούν την αρχή της το 86 π.Χ., όταν ο Σύλλας καταλαμβάνει την Αθήνα. Εδώ λαμβάνεται ως χρονική αφετηρία η μάχη στο Άκτιο μεταξύ Αυγούστου και Αντωνίου/Κλεοπάτρας το 31 π.Χ.)

31 π.Χ.-14 μ.Χ.: Ο Οκταβιανός πρώτος ρωμαίος αυτοκράτωρ. Η νότια ηπειρωτική Ελλάδα μαζί με τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τις Κυκλάδες και τις Ιονίους νήσους γίνεται ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Αχαΐα.

14-37 μ.Χ.: Τιβέριος.
37-41 μ.Χ.: Καλλιγούλας.
41-54 μ.Χ.: Κλαύδιος.
54-68 μ.Χ.: Νέρων.
64 μ.Χ.: Εμπρησμός Ρώμης. Διωγμός χριστιανών.
67-68 μ.Χ.: Συμμετοχή του Νέρωνα σε αγώνες στην Ελλάδα και διακήρυξη χωρίς αντίκρυσμα της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων.
69 μ.Χ.: Γάλβας, Όθων, Βιτέλιος.
69-79 μ.Χ.: Βεσπασιανός.
79-81 μ.Χ.: Τίτος.
81-96 μ.Χ.: Δομιτιανός.
96-98 μ.Χ.: Νέρβας.
98-117 μ.Χ.: Τραϊανός.

1ος αι. μ.Χ.(μέσα και τέλος): συγγραφή της Φυσικής Ιστορίας του Πλινίου του Νεωτέρου, των Ευαγγελίων και της Αποκάλυψης του Ιωάννου.
117-138 μ.Χ.: Αδριανός.
121-125 μ.Χ.: Ο Αδριανός ταξιδεύει στις επαρχίες, ανάμεσά στους και στη Ελλάδα. Η ευνοϊκή προς τις ελληνικές πόλεις πολιτική του οδήγησε σε άνθησή τους.
131 μ.Χ.: Ίδρυση Πανελληνίου.
138-161 μ.Χ.: Αντωνίνος Ευσεβής.

2ος αι. μ.Χ. (α΄ μισό): συνθέτουν τα έργα τους ο Τάκιτος, ο Σουητώνιος, ο Αππιανός, ο Λουκιανός, ο Πτολεμαίος, ο Δίων Χρυσόστομος, ο Πλούταρχος και ο Αίλιος Αριστείδης.
161-180 μ.Χ.: Μάρκος Αυρήλιος. Ο φιλελληνισμός του οδηγεί τον ελληνικό χώρο σε νέα εποχή ακμής.
175 μ.Χ περίπου: Συγγραφή περιήγησης Παυσανία.
180-193 μ.Χ.: Κόμμοδος.
193-211 μ.Χ.: Σεπτίμιος Σεβήρος.
2ος-3ος αι. μ.Χ.: Β΄ Σοφιστική.

τέλη 2ου-αρχές 3ου αι. μ.Χ.: ο Φιλόστρατος, ο Ηρωδιανός, και Κλήμης ο Αλεξανδρεύς συνθέτουν τα έργα τους.

3ος αι. μ.Χ.: αρχή οικονομικής και διοικητικής κρίσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

211 μ.Χ.: Γέτας.
211-217 μ.Χ.: Καρακάλλας.
212 μ.Χ.: Constitutio antoniniana: όλοι οι ελεύθεροι υπήκοοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αποκτούν το δικαίωμα του ρωμαίου πολίτη.
217 μ.Χ.: Μακρίνος.
218 μ.Χ.: Ελαγάβαλος.
222-235 μ.Χ.: Αλέξανδρος Σεβήρος.


αρχές 3ου αι. μ.Χ.: συγγραφή της «Pωμαϊκής Iστορίας» του Κάσσιου Δίωνα.
235-238 μ.Χ.: Μαξιμίνος Θραξ.
238 μΧ.: εμφύλιες διαμάχες και ακυβερνησία.
238-244 μ.Χ.: Γορδιανός Γ΄
244-249 μ.Χ.: Φίλιππος Άραψ.
249-251 μ.Χ.: Διωγμός Δεκίου.
251-253 μ.Χ.: Τρεβωνιανός Γάλλος.
253-259/60 μ.Χ.: Βαλεριανός.
259/60-268 μ.Χ.: Γαλλιηνός.

267 μ.Χ.: Εισβολή Ερούλων στην Ελλάδα. Κατασκευή υστερορωμαϊκού τείχους Αθηνών.

268-270 μ.Χ.: Κλαύδιος B΄ Γοτθικός.
270 μ.Χ.: θάνατος Πλωτίνου.
270-275 μ.Χ.: Aυρηλιανός.
275-276 μ.Χ.: Τάκιτος.
276-282 μ.Χ.: Πρόβος.
282-283 μ.Χ.: Kάρος.
283-284 μ.Χ.: Νουμεριανός.
283-285 μ.Χ.: Καρίνος.

283-305 μ.Χ.: Διοκλητιανός. Εισάγει τον θεσμό της τετραρχίας με δύο αυτοκράτορες (Διοκλητιανός και Μαξιμιανός) και δύο Καίσαρες (Κωνστάντιος ο Χλωρός και Γαλέριος), ενώ η παρέμβασή του στις τιμές των προϊόντων (edictum) επιτρέπει στην αυτοκρατορία να ανταπεξέλθει μερικώς στην οικονομική κρίση.

305-306 μ.Χ.: Κωνστάντιος Χλωρός-Γαλέριος (καίσαρες Μαξιμίνος Δάια-Σεβήρος Β΄).

307 μ.Χ.: Γαλέριος-Σεβήρος Β΄ (καίσαρες Κωνσταντίνος Α΄-Μαξιμίνος Δάια, ενώ η Ιταλία, η Σαρδηνία, η Κορσική και η Αφρική πέρασαν και έμειναν στα χέρια του Μαξεντίου μέχρι το 312 μ.Χ., όταν ηττήθηκε από τον Κωνσταντίνο Α΄).

308-311 μ.Χ.: Γαλέριος-Λικίνιος (καίσαρες Κωνσταντίνος Α΄-Μαξιμίνος Δάια).
311-313 μ.Χ.: Λικίνιος-Μαξιμίνος Δάια-Κωνσταντίνος Α΄.
313-324 μ.Χ.: Λικίνιος-Κωνσταντίνος Α΄.
313 μ.Χ.: Κωνσταντίνος Α΄ με τον Λικίνιο εξέδωσαν —από τα Μεδιόλανα σύμφωνα με την παράδοση— ένα κείμενο διατάγματος («Διάταγμα των Μεδιολάνων») που διασφάλιζε την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας των υπηκόων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
324 μ.Χ.: Ο Κωνσταντίνος Α΄ γίνεται μονοκράτορας.
325 μ.Χ.: Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας. Καταδικάζεται ο Αρειανισμός και συντάσσονται τα πρώτα τρία άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.
330 μ.Χ.: Επίσημα εγκαίνια Κωνσταντινούπολης (11 Μαΐου). Η μεταφορά της πρωτεύουσας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη για πολλούς ιστορικούς σηματοδοτεί το τέλος της αρχαίας περιόδου και την έναρξη της βυζαντινής.

Πηγές:

http://www.neratzokolos.club
http://www.europe-greece.com
http://www.lesvosgreece.gr
http://www.thiva.gr
http://www.greek-language.gr
http://www.lifo.gr
www.romeingreek.eu
http://www.imoniodos.com
http://www.mypreveza.gr
https://sites.google.com/site/nikosmpalaskasalimedon/istoria/2-istoria-tes-mesaionikes-elladas/1b

Pin It

Σχετικά με Εμάς

Το Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού «ΕΛΞΕΥΣΙΣ», είναι Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία με έδρα τον Βόλο. Παρ' ό,τι προϋπήρχε σαν πολιτιστικός φορέας, προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας του Ινστιτούτου, από την πολιτιστική πρόκληση των δράσεων, εκτός των Ελλαδικών πλέον συνόρων.

Φορέας πολιτισμού, με πολυετή πείρα και έντονη δραστηριότητα στις τέχνες και τον πολιτισμό. Ανάμεσα στους σκοπούς του είναι και οι προσεγγίσεις των πολιτισμικών – πολιτιστικών διαδρομών που αφορούνε στο σύνολό τους τον ελληνικό πολιτισμό, από την γέννησή του έως και σήμερα, αλλά και την διάδοσή του σε όλον τον κόσμο.


Περισσότερα...

Στοιχεία - Διεύθυνση

Επικοινωνία
"ΕΛΞΕΥΣΙΣ"
Παγκόσμιο Ινστιτούτο Ελληνικού Πολιτισμού
+30 24210 20038 / + 30 698 8085300
info@elxefsis.com
elxefsis@gmail.com
Διεύθυνση
Γαλλίας 73 / Μαγνησία - Βόλος
Τ.Κ. 38221