ΡΗΤΟΡΕΣ
ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΠΟΧΗ: 5ος - 4ος αιώνας π.Χ.
1. ΣΤΗΣΙΜΒΡΟΤΟΣ Ο ΘΑΣΙΟΣ (5ος αιώνας π.Χ.)
Θάσιος συγγραφέας και σοφιστής που έζησε στην Αθήνα στους χρόνους του Κρίμωνα. Έγραψε εναντίον του Περικλή και άλλων δημοσίων αντρών. Σώζονται αποσπάσματα από το βιβλίο του «Περί Θεμιστοκλέους και Θουκυδίδου και Περικλέους». Έγραψε επίσης και για την Ομηρική ποίηση. Ο ιστορικός Θουκυδίδης είχε χρησιμοποιήσει πολλές από τις πολιτικές πληροφορίες του.
2. ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ (β’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ.)
Ρήτορας της αρχαιότητας και σοφιστής φιλόσοφος, κήρυκας της σχετικότητας των νόμων. Η καταγωγή του ήταν από την Χαλκηδόνα του Βοσπόρου αλλά το πεδίο της δραστηριότητάς του ήταν η Αθήνα. Η ρητοροδιδασκαλία του επικεντρώθηκε κυρίως σε μαθήματα για την τεχνική του λόγου αλλά και σε συμβουλευτικές παραινέσεις δικανικού χαρακτήρα. Όσο για την δική του θεώρηση των κοινών συνοψίζεται στην άποψη ότι οι νόμοι δεν είναι παρά η έκφραση των συμφερόντων εκείνων που διαχειρίζονται το πολίτευμα. Έτσι κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το σύστημα των κοινωνικών και ηθικών αρχών είναι σχετικό, αφού εξαρτάται από τη βούληση και επιβολή των εκάστοτε ισχυρών. Από τα έργα που κατέλειπε σώζονται ορισμένα μόνο αποσπάσματα («Μεγάλη τέχνη», «Περί Πολιτείας», «Υπέρ Λαρισαίων»).
3. ΠΕΡΙΚΛΗΣ (494/495-429 π.Χ.)
Ήταν Αρχαίος Έλληνας πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός του 5ου αιώνα π.Χ., γνωστού και ως «Χρυσού Αιώνα», και πιο συγκεκριμένα της περιόδου μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η δύναμη, η δόξα και η φήμη την οποία χάρισε στην Αρχαία Αθήνα, δικαιώνουν απόλυτα το χαρακτηρισμό του Χρυσού Αιώνα. Η εποχή στην οποία ήταν κύριος της πολιτικής ζωής της Αρχαίας Αθήνας, δηλαδή μεταξύ του 461 π.Χ. και του 429 π.Χ., ονομάζεται μέχρι σήμερα “Εποχή του Περικλή”. Υπήρξε μέγας προστάτης των τεχνών, της λογοτεχνίας και των επιστημών, και ο βασικός υπεύθυνος για το γεγονός ότι η Αθήνα έγινε το πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Ως μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε ο Περικλής θεωρούνται τα έργα τέχνης του Χρυσού Αιώνα της Αθήνας αλλά και τα λογοτεχνικά έργα της εποχής του, που διασώθηκαν μέχρι σήμερα.
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ»
Αρχαίο κείμενο:
Μετάφραση:
35. «Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ὅσους ἔχουν μιλήσει ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, ἐπαινοῦν τὸν νομοθέτη ποὺ πρόσθεσε στὰ ἄλλα μέρη τῆς τελετῆς τὴν ἐκφώνηση λόγου, γιατὶ θεωροΰν πὼς εἶναι ὡραίο νὰ γίνεται ὁ ἔπαινος τῶν νεκρῶν τοῦ πολέμου στὴν ταφή τους. Ἐγὼ τολμῶ νὰ πιστεύω πὼς ἄνδρες ποὺ δοξάστηκαν μὲ τὰ ἔργα τους, μὲ ἔργα μόνο θά ταίριαζε νὰ τιμηθοῦν, ἔργα ὅπως ἡ δημόσια αὐτὴ ἑτοιμασία ποὺ βλέπετε ἐδῶ, γύρω ἀπὸ τὸν τάφο τους, καὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ μὴν κινδυνεύη ἡ δόξα πολλῶν ἀπὸ τὴν ἐκτίμηση ἑνός μόνο ἀνθρώπου, ποὺ ἴσως ὑστερήση, ἴσως ὑπερβάλη. Δύσκολο εἶναι νὰ μιλήση κανεὶς ὅπως ταιριάζει σὲ θέμα ὅπου χρειάζεται κόπος γιὰ νὰ γίνη πιστευτὴ καὶ ἡ ἁπλή ἀλήθεια. Γιατὶ ὁ εὐνοϊκὸς ἀκροατής, ποὺ ξέρει τὰ πράγματα, θά θεωρήση τὰ ὅσα ἀκούει κατώτερα ἀπὸ ὅσα θέλει καὶ περιμένει ν' ἀκούση, ἐνῶ ὁ ἀκροατὴς ποὺ δὲν τὰ ξέρει, θά νομίση, ἀπὸ φθόνο, πὼς λέγονται ὑπερβολές ἄν τύχη κι ἀκούση κάτι ποὺ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις του. Τὸν ἔπαινο γιὰ τοὺς ἄλλους τὸν ἀνεχόμαστε τόσο μόνο ὅσο πιστεύομε πὼς κ' ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θά μπορούσαμε νὰ τὸν ἀξίζωμε. Καθετὶ ποὺ εἶναι ἀνώτερό μας, ὰπὸ φθόνο, δὲν τὸ πιστεύομε. Ἀφοῦ ὅμως οἱ παλιοί ἐθεώρησαν πὼς ἡ συνήθεια εἶναι σωστή, πρέπει κ' ἐγὼ νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὸν νόμο καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ἱκανοποιήσω, ὅσο μπορῶ, τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν προσδοκία τοῦ καθενός σας.
36. »Θ' ἀρχίσω ἀπὸ τοὺς προγόνους μας. Δίκαιο καὶ σωστὸ σὲ τέτοια ὥρα νὰ τοὺς κάνωμε τὴν τιμὴ τῆς μνήμης. Γιατὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ἴδιοι πάντα ἔζησαν σ' αὐτὴν τὴ γῆ καλὰ χάρη στὴν ἀνδρεία τους μᾶς τὴν παράδωσαν ἐλεύθερη. Ἔπαινος ταιριάζει στοὺς προγόνους μας, ἀλλὰ ἀκόμα μεγαλύτερος στοὺς πατέρες μας. Ἐμόχθησαν γιὰ νὰ προσθέσουν σ' ἐκεῖνα ποὺ κληρονόμησαν τὴν ὅση ἐξουσία καὶ δύναμη μᾶς ἀφῆκαν. Ἀλλὰ κ' ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ὅσοι εἴμαστε σὲ ὥριμη ἡλικία, αὐξήσαμε τὴν δύναμη τῆς πολιτείας καὶ τῆς δώσαμε ἀπόλυτη αὐτάρκεια καὶ σὲ καιρὸ εἰρήνης καὶ σὲ πόλεμο. Δὲν θά μακρυγορήσω γιὰ τὰ πολεμικὰ κατορθώματα ποὺ μᾶς ἔδωσαν τὴν σημερινὴ μας κυριαρχία οὔτε γιὰ τὶς ἐπιδρομές, βαρβαρικὲς ἤ ἑλληνικές, ποὺ ἀποκρούσαμε ἐμεῖς καὶ οἱ πατέρες μας. Αὐτὰ σᾶς εἶναι γνωστὰ καὶ θὰ τὰ παραλείψω. Ἀλλὰ πρὶν ἔρθω στὸν ἔπαινο τῶν ἀνδρείων αὐτῶν, θέλω πρῶτα νὰ μιλήσω γιὰ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὶς ἀρχὲς ποὺ ἔχομε ἐφαρμόσει γιὰ νὰ προσδώσωμε στὴν πολιτεία τὸ σημερινό της μεγαλεῖο, γιατὶ νομίζω πὼς σὲ τέτοια στιγμὴ ταιριάζει νὰ εἰπωθοῦν αὐτὰ καὶ εἶναι ὠφέλιμο νὰ τ' ἀκούσουν ὅσοι πολίτες ἤ ξένοι εἶναι συγκεντρωμένοι ἐδῶ.
37. »Τὸ πολίτευμα ποὺ ἔχομε σὲ τίποτε δὲν ἀντιγράφει τὰ ξένα πολιτεύματα. Ἀντίθετα, εἴμαστε πολὺ περισσότερο ἐμεῖς παράδειγμα γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ μιμητὲς τους. Τὸ πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, ἐπειδὴ τὴν ἐξουσία δὲν τὴν ἀσκοῦν λίγοι πολίτες, ἀλλὰ ὅλος ὁ λαός. Ὅλοι οἱ πολίτες εἶναι ἴσοι μπροστὰ στὸν νόμο γιὰ τὶς ἰδιωτικές τους διαφορές. Γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα προτιμῶνται ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ καὶ τὰ ἀξίζουν καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ ἀνήκουν σὲ μιὰ ὁρισμένη τάξη. Κανείς, ἄν τύχη καὶ δὲν ἔχει κοινωνικὴ θέση ἤ ἄν εἶναι φτωχός, δὲν ἒμποδίζεται γι' αυτὸ νὰ ὑπηρετήση τὴν πολιτεία, ἄν ἔχη κάτι ἄξιο νὰ προσφέρη. Στὴ δημόσια ζωὴ μας εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἀλλὰ καὶ στὶς καθημερινὲς μας σχέσεις δὲν ὑποβλέπομε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, δὲν θυμώνομε μὲ τὸν γείτονά μας ἄν διασκεδάζη καὶ δὲν τοῦ δείχνομε ὄψη πειραγμένου πού, ἄν ἴσως δὲν τὸν βλάφτη, ὅμως τὸν στενοχωρεί. Ἄν, ὡστόσο, ἡ αυστηρότητα λείπη ἀπὸ τὴν καθημερινή μας ζωή, στὰ δημόσια πράγματα, ἀπὸ ἐσωτερικὸ σεβασμό, δὲν παρανομοῦμε. Σεβόμαστε τοὺς ἄρχοντες, πειθαρχοῦμε στοὺς νόμους, καί, μάλιστα, σὲ ὅσους ἔχουν γίνει γιὰ νὰ προστατεύουν τοὺς ἀδυνάτους καὶ ὅσους πού, ἄν καὶ ἄγραφοι, εἶναι ντροπὴ νὰ τοὺς παραβαίνει κανείς.
38. »Μὲ συχνὲς θυσίες καὶ ἀγῶνες φροντίσαμε νὰ μετριάζωμε τοὺς κόπους τῆς ἐργασίας καὶ νὰ ξεκουράζωμε τὸ πνεῦμα μας. Ἔχομε εὐχάριστη ἰδιωτικὴ ὁ καθένας μας ζωὴ κ' ἡ ἀπόλαυσή της ἀποδιώχνει τὴν στενοχώρια. Ἡ ἔκταση τῆς κυριαρχίας μας εἶναι τόσο μεγάλη, ὥστε μποροῦμε καὶ φέρνομε ἀπὸ τὴν πᾶσα γῆ τὰ πάντα κ' ἔτσι χαιρόμαστε τὰ ξένα ἀγαθὰ ὅσο καὶ τὰ δικά μας.
39. »Καὶ στὰ πολεμικὰ πράγματα διαφέρομε ἀπό τοὺς ἐχθρούς μας. Ἡ πόλη μας εἶναι φιλόξενη γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν ὑπάρχει σέ μᾶς νόμος ξενηλασίας ποὺ νὰ έμποδίζη τὸν ξένο νὰ μάθη ἤ νὰ δῆ κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε, ἄν δὲν ἦταν κρυφό, νὰ ὠφελήση τὸν ἐχθρό μας ποὺ θὰ τὸ ἔβλεπε. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ πιστεύομε περισσότερο στὴν ἀξία μας παρὰ σὲ μυστικὲς ἐτοιμασίες καὶ στρατηγήματα. Καὶ στὴν ἀνατροφή, ἐνῶ οἱ ἐχθροί μας ἀπ' τά μικρά τους χρόνια ὑποβάλλονται στὴν πιὸ σκληρὴ ἐκγύμναση, ἐμεῖς ἔχομε εὐχάριστη ζωή, χωρὶς γι' αυτὸ νὰ ὑστεροῦμε στὸ νὰ ἀντιμετωπίζουμε τοὺς ἴδιους κινδύνους. Καὶ νὰ ἡ ἀπόδειξη. Ποτὲ οἱ Λακεδαιμόνιοι δὲν κάνουν, μόνοι τους, ἐπιδρομὲς ἐδῶ, στὴ γῆ μας. Ἔρχονται πάντα μὲ τοὺς συμμάχους τους. Ἐνῶ ἐμεῖς, μόνοι εἰσβάλλομε σὲ ἐχθρικὲς χῶρες καὶ τίς περισσότερες φορὲς νικοῦμε εὔκολα, σὲ ξένη γῆ, ἐκείνους ποὺ ὑπερασπίζονται τὰ ἴδια τους τὰ σπίτια. Ἐχθρός μας κανεὶς δὲν ἔχει, ὥς τώρα, ἀντικρύσει, συγκεντρωμένη, ὁλόκληρη τὴ δύναμή μας, ἀφοῦ ἐμεῖς καὶ ναυτικὸ πρέπει νὰ ἐπανδρώνωμε καὶ στρατὸ νὰ στέλνωμε σὲ πολλὰ μέρη. Ἄν ὁ ἐχθρὸς συνάντηση κάπου ἕνα μικρὸ μέρος τῆς δύναμής μας, καυχιέται, ἄν νικήση, πὼς κατατρόπωσε ὁλόκληρο τὸν στρατό μας. Ἄν νικηθῆ, διαδίδει πὼς βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις μας. Ἀντικρύζομε τοὺς κινδύνους πρόθυμα κι ὄχι μὲ βαριὰ καρδιά. Τοὺς ἀντικρύζομε ὰπὸ ἀνδρεία περισσότερο παρὰ ὰπὸ ὑπακοὴ σὲ κάποιο νόμο καὶ τοῦτο εἶναι γιὰ μᾶς κέρδος μεγάλο, γιατὶ δέν θλιβόμαστε ὰπὸ πρὶν γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ ἴσως ἔρθουν, κι ὅμως, ὅταν ἔρθουν, δὲν εἴμαστε λιγότερο γενναῖοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ παιδεύονται ἀδιάκοπα.
40. »Αὐτά εἶναι, μαζὶ μὲ πολλὰ ἄλλα, ποὺ κάνουν θαυμαστὴ τὴν πόλη μας. Ἀγαποῦμε τὸ ὡραῖο, ἀλλά μένομε ἁπλοὶ καὶ φιλοσοφοῦμε χωρὶς νὰ εἴμαστε νωθροί. Τὸν πλοῦτο μας τὸν ἔχομε γιὰ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦμε σὲ ἔργα καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν καυχιόμαστε. Δὲν θεωροῦμε ντροπὴ τὴ φτώχεια. Ντροπὴ εἶναι νὰ μὴν τὴν ὰποφεύγη κανεὶς δουλεύοντας. Οἵ ἴδιοι, ἐμεῖς, φροντίζομε καὶ τὶς ἰδιωτικὲς μας ὑποθέσεις καὶ τὰ δημόσια πράγματα κ' ὲνῶ ὁ καθένας μας φροντίζει τὶς δουλειές του, τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ κατέχωμε καὶ τὰ πολιτικά. Μόνο ἐμεῖς θεωροῦμε πὼς εἶναι ὄχι μόνον ἀδιάφορος, ἀλλὰ καὶ ἄχρηστος ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται στὰ πολιτικά. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κρίνομε κι ἀποφασίζομε γιὰ τὰ ζητήματά μας καὶ θεωροῦμε πὼς ὁ λόγος δὲν βλάφτει τὸ ἔργο. Ἀντίθετα, πιστεύομε πὼς βλαβερὸ εἶναι τὸ νὰ ἀποφασίζη κανεὶς χωρὶς νὰ ἔχει φωτιστῆ. Διαφέρομε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ σὲ τοῦτο. Εἴμαστε τολμηροί, κι ὅμως ζυγίζομε καλὰ τὴν κάθε ἐπιχείρησή μας, ἐνῶ τοὺς ἄλλους ἡ ἄγνοια τοὺς κάνει θρασεῖς κ' ἡ γνῶση ἀναποφάσιστους. Ἐκεῖνοι πρέπει νὰ κρίνωνται γενναιότεροι, ὅσοι ξέρουν καλὰ ποιὸ εἶναι τὸ εὐχάριστο καὶ ποιὸ τὸ φοβερὸ κι ὅμως δὲν προσπαθοῦν ν' ἀποφύγουν τὸν κίνδυνο. Καὶ στὴν διάθεση μας ἀπέναντι στοὺς ξένους διαφέρομε ἀπ' τοὺς πολλούς, γιατὶ ἀποκτοῦμε φίλους εὐεργετώντας τους καὶ ὄχι περιμένοντας ἀπ' αὐτοὺς κάποιο καλό. Ἡ φιλία τοῦ εύεργέτη εἶναι πιὸ σταθερή, γιατὶ προσπαθεῖ νὰ διατηρή- ση τὸν δεσμό του μὲ τὰν ἄλλο, ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ χρωστάει χάρη εἶναι λιγότερο πρόθυμος, θεωρώντας τὴν εὐγνωμοσύνη του σὰν χρέος κι ὄχι σάν αἴσθημα. Μόνοι ἐμεῖς σκορποῦμε ἁπλόχερα τὶς εὐεργεσίες μας, ὄχι ὰπὸ συμφεροντολογικούς ὑπολογισμούς, ἀλλὰ ἀπὸ φιλελεύθερη γενναιοδωρία.
(μετάφραση Άγγελος Σ. Βλάχος)
4. ΓΟΡΓΙΑΣ Ο ΛΕΟΝΤΙΝΟΣ (483-376 π.Χ.)
Σημαντικός εκπρόσωπος της ρητορικής τέχνης, σοφιστής και σύγχρονος του Πρωταγόρα και του Σωκράτη. Γεννήθηκε στους Λεοντίνους και επηρεάστηκε σημαντικά από την σκέψη της Ελεατικής σχολής και ιδιαίτερα την σκέψη του Εμπεδοκλή, με τον οποίο φέρεται ότι είχε σχέσεις. Περιπλανώμενος, όπως οι περισσότεροι των σοφιστών, ο Γοργίας εμφανίζεται στην Αθήνα στην περίοδο κορύφωσης της δόξας του, όπου ασκεί σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση της αττικής πεζογραφίας και ποίησης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε στην Θεσσαλία, όπου και πέθανε σε βαθύ γήρας σε πλήρη πνευματική διαύγεια. Διασώθηκαν ακέραιοι δύο σύντομοι λόγοι του: Ο «Ελένης εγκώμιον» και η «Υπέρ Παλαμήδους Απολογία».
Ενδεικτικά αποσπάσματα έργων / Σωζόμενα:
«ΕΛΕΝΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ»
Αρχαίο κείμενο:
Μετάφραση:
Αν όμως την άρπαξαν με την βία και άσκησαν πάνω της βία παράνομη και προπηλακίσθηκε άδικα, είναι φανερό ότι αυτός που την άρπαξε της έκανε με την προσβολή του κακό, ενώ εκείνη, που την άρπαξαν, υπέφερε από την προσβολή. Αξίζει λοιπόν ο βάρβαρος που διέπραξε το βάρβαρο εγχείρημα, και με τον λόγο και με τον νόμο και με τις πράξεις, και να κατηγορηθεί με τον λόγο και να ατιμασθεί με τον νόμο και να τιμωρηθεί με πράξεις· ενώ αυτή που έπεσε θύμα βίας και στερήθηκε την πατρίδα της και απορφανίστηκε από τους φίλους της, τί, δεν είναι σωστό να την λυπηθούμε μάλλον παρά να την κακολογούμε; Γιατί αυτός διέπραξε πράγματα φοβερά, ενώ εκείνη τα υπέστη· είναι λοιπόν σωστό να την πονέσουμε αυτήν και να μισήσουμε εκείνον.
Αν όμως ήταν ο λόγος που την έπεισε και εξαπάτησε την ψυχή της, ούτε σ᾽ αυτήν την περίπτωση είναι δύσκολη η υπεράσπιση και η ανασκευή της κατηγορίας ως εξής: Ο λόγος είναι ένας μεγάλος δυνάστης, που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα πιο θεϊκά· γιατί μπορεί και τον φόβο να σταματήσει και την λύπη να διώξει και χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει. Και θα δείξω ότι έτσι είναι αυτά.Αλλά πρέπει να το δείξω στους ακροατές μου και μέσω της πεποίθησης· θεωρώ και ονομάζω όλη την ποίηση λόγο που έχει μέτρο· όποιοι την ακούν, εισχωρεί μέσα τους φρίκη γεμάτη φόβο, οίκτος όλο δάκρυα, πόθος όλο λαχτάρα, και η ψυχή, με τα λόγια, παθαίνει η ίδια αυτά που ξένα πράγματα και σώματα παθαίνουν στις ευτυχίες και στις δυστυχίες τους.Ας στραφώ τώρα από τον ένα λόγο στον άλλο. Και οι θεϊκές επωδές που λέγονται με λόγια προξενούν ηδονή και διώχνουν την λύπη· γιατί όταν η δύναμη της επωδής αναμιχθεί με την πίστη της ψυχής, την θέλγει, την πείθει και την μεταβάλλει με τη μαγεία της. Και έχουν εφευρεθεί δύο ειδών τέχνες, η γοητεία και η μαγεία, οι οποίες συνίστανται σε σφάλματα της ψυχής και εξαπατήσεις της πίστης.Πόσοι δεν έχουν πείσει ή δεν πείθουν τόσους και τόσους για τόσα πράγματα, πλάθοντας έναν ψευδή λόγο! Γιατί αν οι πάντες είχαν για τα πάντα, μνήμη για τα περασμένα, συνείδηση για τα παρόντα και πρόγνωση για τα μελλοντικά, ο λόγος δεν θα εξαπατούσε έτσι· στην πραγματικότητα όμως δεν είναι εύκολο ούτε να θυμόμαστε το παρελθόν, ούτε να έχουμε γνώση του παρόντος, ούτε να μαντεύουμε το μέλλον· έτσι, για τα περισσότερα ζητήματα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σύμβουλο της ψυχής τους την πίστη. Επειδή όμως η πίστη είναι σφαλερή και αβέβαιη, οδηγεί όσους την χρησιμοποιούν σε σφαλερές και αβέβαιες επιτυχίες.Ποια αιτία λοιπόν μας εμποδίζει να θεωρήσουμε ότι η Ελένη ήρθε στην Τροία χωρίς την θέλησή της, το ίδιο όπως αν αρπάχτηκε από απαγωγέων την βία; Αφού η επίδραση της πειθούς, αν και δεν έχει του εξαναγκασμού την μορφή, έχει την ίδια μ᾽ αυτόν δύναμη. Γιατί ο λόγος που έπεισε την ψυχή εξανάγκασε και αυτήν την οποία έπεισε να πιστέψει αυτά που λέχθηκαν και να συγκατατεθεί σ᾽ αυτά που έγιναν. Αυτός λοιπόν που την έπεισε, εφόσον την εξανάγκασε, διέπραξε αδίκημα, ενώ αυτήν που πείσθηκε, εφόσον εξαναγκάστηκε από τον λόγο, άδικα κατηγορείται.Και για να αντιληφθεί κανείς ότι η πειθώ, όταν προστεθεί στο λόγο, προκαλεί και στην ψυχή την εντύπωση που θέλει, πρέπει να μελετήσει, πρώτον, τα λόγια των κοσμολόγων,οι οποίοι, αντικαθιστώντας την μια πεποίθηση με την άλλη, απορρίπτοντας την μια και εφαρμόζοντας την άλλη, καθιστούν τα απίστευτα και άδηλα φανερά στα μάτια της πίστης· δεύτερον, τους υποχρεωτικούς στους δικαστικούς αγώνες λόγους, όπου ένας με τέχνη γραμμένος λόγος τέρπει και πείθει ένα μεγάλο πλήθος, κι ας μην λέει την αλήθεια· και τρίτον, τους διαγωνισμούς των φιλοσοφικών λόγων, στους οποίους φανερώνεται, μεταξύ άλλων, ότι η ταχύτητα της σκέψης κάνει ευμετάβλητη την πίστη σε μια πεποίθηση.Και η δύναμη του λόγου είναι για την ψυχή ό,τι τα φάρμακα για την φύση των σωμάτων. Γιατί όπως κάθε φάρμακο εξάγει από το σώμα διαφορετικούς χυμούς, και άλλα σταματούν την αρρώστια ενώ άλλα τη ζωή, έτσι και οι λόγοι, άλλοι δίνουν στους ακροατές τους θάρρος, και άλλοι φαρμακώνουν και μαγεύουν την ψυχή με ένα είδος δόλιας πειθούς.
(μετάφραση Π. Καλλιγάς)
«ΥΠΕΡ ΠΑΛΑΜΗΔΟΥΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑ»
Αρχαίο κείμενο:
Μετάφραση:
Αλλά έστω ότι έγιναν αυτά που δεν έγιναν. Συναντηθήκαμε, μιλήσαμε, συνεννοηθήκαμε, πήρα απ᾽ αυτούς χρήματα, τα πήρα κρυφά και τα έκρυψα. Θα έπρεπε μετά να κάνω αυτά για τα οποία έγιναν όλα τούτα. Και αυτό είναι ακόμα πιο αδύνατον απ᾽ τα όσα ανέφερα προηγουμένως. Γιατί θα είχα ενεργήσει είτε μόνος μου είτε μαζί με άλλους· αλλά η πράξη αυτή χρειάζεται περισσότερους από έναν. Μαζί με άλλους λοιπόν; Με ποιούς; Με τους συντρόφους μου προφανώς. Και τί, με τους ελεύθερους ή με τους δούλους; Γιατί οι ελεύθεροι σύντροφοί μου είσαστε εσείς. Ποιός λοιπόν από σας το γνωρίζει; Ας το πει. Από την άλλη μεριά πώς να πιστέψει κανείς ότι χρησιμοποίησα δούλους; Γιατί αυτοί καταγγέλλουν και από μόνοι τους προκειμένου να κερδίσουν την ελευθερία τους, αλλά και όταν εξαναγκαστούν με βασανιστήρια. Και η πράξη η ίδια με ποιόν τρόπο θα μπορούσε να γίνει; Προφανώς θα έπρεπε να φέρω μέσα στο στρατόπεδο δυνάμεις εχθρικές, ανώτερες από σας· πράγμα αδύνατον. Γιατί με ποιόν τρόπο θα τους έβαζα μέσα; Μήπως από τις πύλες; Μα δεν είναι στην δικαιοδοσία μου ούτε να τις κλείνω ούτε να τις ανοίγω, παρά υπάρχουν φρούραρχοι που έχουν αυτήν την αρμοδιότητα. Μήπως όμως πάνω από τα τείχη με σκάλα; Μα δεν θα με έβλεπαν; Αφού παντού είναι γεμάτο φρουρές. Μήπως λοιπόν τρυπώντας το τείχος; Μα τότε θα το έβλεπαν οι πάντες. Γιατί σε καιρό πολέμου ζούμε στο ύπαιθρο και όλοι τα βλέπουν όλα, και όλοι είναι κάτω από τα βλέμματα όλων. Επομένως μου ήταν εντελώς αδύνατον να κάνω με οποιονδήποτε τρόπο οτιδήποτε απ᾽ όλα αυτά.
Σκεφτείτε μαζί και τούτο: έστω και αν είχα, κατ᾽ εξαίρεση, την δυνατότητα να τα κάνω όλα αυτά, με ποιό σκοπό θα ήθελα να τα κάνω; Γιατί κανείς δεν θέλει έτσι, χωρίς ανταμοιβή, να διατρέξει μέγιστους κινδύνους, ούτε να φορτωθεί το πιο μεγάλο από τα κρίματα. Αλλά τότε, ξαναγυρίζω τώρα σ᾽ αυτό το ζήτημα, για ποιόν λόγο; Μήπως για χάρη της εξουσίας; Πάνω σε σας ή στους βαρβάρους; Μα πάνω σε σας είναι αδύνατον, αφού είσαστε τόσοι πολλοί και τόσο σπουδαίοι, αφού διαθέτετε τα πιο μεγάλα προσόντα, αρετή των προγόνων, πλήθος χρημάτων, ανδρεία, υψηλό φρόνημα, βασιλική εξουσία πάνω στις πολιτείες σας. Μήπως πάνω στους βαρβάρους; Και ποιός θα μου την παρέδιδε; Και εγώ, ένας Έλληνας, με ποιά δύναμη θα έπαιρνα την εξουσία πάνω σε βαρβάρους, ένας εγώ από πολλούς; Με την πειθώ ή με την βία; Γιατί ούτε εκείνοι θα ήθελαν να πεισθούν, ούτε εγώ θα μπορούσα να τους εξαναγκάσω με την βία. Μήπως όμως επρόκειτο να την παραδώσουν πρόθυμα στην δική μου προθυμία, δίνοντας την ως αμοιβή της προδοσίας μου; Μα θα πρέπει κανείς να είναι πολύ ανόητος για να πιστέψει και να παραδεχτεί κάτι τέτοιο· ποιός θα διάλεγε την σκλαβιά από την βασιλεία, αντί για το μέγιστο αγαθό το χειρότερο κακό; Μπορεί κανείς να πει ότι τα επιχείρησα αυτά από αγάπη για τον πλούτο και το χρήμα· Όμως χρήματα έχω αρκετά και δεν χρειάζομαι πολλά· πολλά χρήματα έχουν ανάγκη όσοι ξοδεύουν πολλά και όχι αυτοί που είναι υπεράνω των ηδονών της φύσης, αλλά αυτοί που είναι σκλάβοι των ηδονών και αποζητούν να αποκτήσουν δόξα από τα πλούτη και τα μεγαλεία. Τίποτε απ᾽ αυτά όμως δεν ισχύει για μένα. Και για να αποδείξω ότι λέω την αλήθεια, επικαλούμαι ως αδιάψευστο μάρτυρα τον πρότερο βίο μου· και του μάρτυρα αυτού μάρτυρες είσαστε εσείς· γιατί σύντροφοί μου είσαστε, και έτσι τα γνωρίζετε αυτά. Αλλά ούτε για χάρη της δόξας θα επιχειρούσε κανείς τέτοιες πράξεις αν είχε λίγο μυαλό. Γιατί οι τιμές έρχονται από την αρετή, όχι από την κακία· και τί τιμή θα μπορούσε να έχει ένας προδότης της Ελλάδας; Άλλωστε δεν μου έλειπε η δόξα· γιατί με τιμούσαν οι πιο τιμημένοι για το πιο τιμημένο πράγμα: εσείς για την σοφία μου. Αλλά ούτε και για χάρη της ασφάλειας θα μπορούσε κανείς να τα κάνει αυτά. Γιατί ο προδότης είναι εχθρός για όλους: για τον νόμο, για την δικαιοσύνη, για τους θεούς, για τους περισσότερους ανθρώπους· αφού παραβαίνει το νόμο, καταλύει την δικαιοσύνη, καταστρέφει πλήθος ανθρώπων και ατιμάζει το θείο. Και τούτου η ζωή είναι εκτεθειμένη στους πιο μεγάλους κινδύνους. Μήπως όμως επιδίωκα να ωφελήσω τους φίλους μου ή να βλάψω τους εχθρούς μου; Γιατί μπορεί κανείς να κάνει άδικες πράξεις και γι᾽ αυτό. Με μένα όμως θα συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο· θα έκανα κακό στους φίλους και θα ωφελούσα τους εχθρούς. Επομένως η πράξη μου δεν θα μου απέφερε κανένα όφελος· και κανένας δεν μηχανεύεται κάτι από επιθυμία να πάθει κακό. Απομένει όμως να εξετάσουμε αν έκανα την πράξη για να αποφύγω κάτι φοβερό, οδυνηρό ή επικίνδυνο. Απ᾽ αυτά όμως κανείς δεν θα μπορούσε να πει ότι κάποιο ταιριάζει για την περίπτωσή μου. Όλοι κάνουν όλα όσα κάνουν για τούτα τα δύο: ή για να αποκτήσουν κάποιο κέρδος ή για να αποφύγουν κάποια ζημιά· και ό,τι μηχανεύεται κανείς έξω απ᾽ αυτά, αν το έκανα, είναι προφανές ότι θα έκανα κακό στον εαυτό μου· αφού προδίδοντας την Ελλάδα θα πρόδιδα τον εαυτό μου, τους γονείς μου, τους φίλους μου, την τιμή των προγόνων, τα πατροπαράδοτα ιερά, τους τάφους, την πιο μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα. Και αυτά που για όλους αποτελούν την ύψιστη αξία, αυτά θα τα είχα παραδώσει σ᾽ αυτούς που τα έβλαψαν. Αλλά σκεφτείτε και το εξής: αν τα είχα κάνει αυτά δεν θα γινόταν αβίωτος ο βίος μου; Γιατί πού θα έπρεπε να στραφώ; Στην Ελλάδα; Να υποστώ την τιμωρία απ᾽ αυτούς που έβλαψα; Ποιός θα μου χαριζόταν απ᾽ όσους θα είχαν πάθει κακό εξαιτίας μου; Να μείνω με τους βαρβάρους; Να παραμελήσω έτσι όλα τα πιο σημαντικά πράγματα, στερημένος από την πιο καλή δόξα, περνώντας την ζωή μου μέσα στην χειρότερη ντροπή, πετώντας τους κόπους που κατέβαλα στην προηγούμενη ζωή μου για την αρετή; Και αυτά εξαιτίας εμού του ίδιου, πράγμα που είναι το χειρότερο για έναν άνθρωπο, να πέφτει σε δυστυχία εξαιτίας του ίδιου του εαυτού του. Όμως ούτε και οι βάρβαροι θα μου είχαν εμπιστοσύνη· πώς, αφού θα γνώριζαν και εκείνοι ότι θα είχα διαπράξει την μεγαλύτερη απιστία, παραδίδοντας τους φίλους μου στους εχθρούς; Και χωρίς εμπιστοσύνη, ο βίος είναι αβίωτος. Γιατί αν κανείς χάσει χρήματα ή εξουσία ή διωχτεί από την πατρίδα του, μπορεί να τα ανακτήσει· όμως όποιος χάσει την εμπιστοσύνη των άλλων δεν μπορεί πια ξανά να την αποκτήσει. Αποδείχθηκε λοιπόν με όσα είπα ότι ούτε αν ήθελα θα μπορούσα, ούτε αν μπορούσα θα ήθελα να προδώσω την Ελλάδα.
(μετάφραση Νίκος Σκουτερόπουλος)